Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ


  Μιά επιλογή από το τελευταίο βιβλίο της Άννας Φραγκουδάκη "Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς" με κριτήριο επιλογής τις διδακτικές ανάγκες του κεφαλαίου στη Γ΄Λυκείου. Απλό κα εύληπτο κείμενο , βοηθά το μαθητή να κατανοήσει τις σύνθετες και βαθύτερες αιτίες του φαινομένου, κάτι που δεν επιτυγχάνεται με την απλή παράθεση μιας σχεδιαγραμματικής παρουσίασης του ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ στην τάξη. Από τα αποσπάσματα λείπουν οι αναφορές σε κόμματα, πρόσωπα, με σκοπό να μπορεί να είναι δυνατή η εκπαιδευτική αξιοποίηση ενός αξιόλογου κειμένου
 
          ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ
1. ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ
     Με την παρουσία μεταναστών σημειώθηκαν ρατσιστικά φαινόμενα πολλών ειδών, όπως κοινωνική αναλγησία και ακραία εκμετάλλευση, άρνηση συμβίωσης και εχθρότητα, υποτίμηση και στιγματισμός. Η συναίνεση που άρχισε ξαφνικά να αποκτάει ο ρατσισμός, με την πιο ακραία αντιδημοκρατική της μορφή της άσκησης βίας στους δρόμους και του ρατσιστικού εγκλήματος, ήρθε με την κοσμογονική αλλαγή της οικονομικής κρίσης.
    Οι εχθρικές τάσεις εναντίον των μεταναστών σχετίζονται με τον αριθμό των αλλοδαπών αναλογικά με το χρονικό διάστημα εισροής τους στην κάθε χώρα. Η μαζική είσοδος μεταναστών ξεκινάει στο τέλος της 10ετίας του 80. Η ελληνική κοινωνία είναι σε όλα τα πεδία, από το θεσμικό έως το ιδεολογικό, τελείως ανέτοιμη να διαχειριστεί το μεταναστευτικό φαινόμενο (πχ. η αδυναμία της εκπαίδευσης να εντάξει και να εκπαιδεύσει αλλοεθνή και αλλόγλωσσο μαθητικό πληθυσμό). Επίσης συνετέλεσε και η απουσία κρατικής μεταναστευτικής πολιτικής. Η απουσία κρατικής πολιτικής είναι πρωτεύον ζήτημα:δε θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι το κράτος άφησε επί περίπου όλο το σχετικό διάστημα το μεγάλης εμβέλειας μεταναστευτικό ζήτημα στη μοίρα του. Η κρατική αδράνεια και η καθυστέρηση στη διαδικασία ένταξης των μεταναστών αποτέλεσε επιδεινωτικό παράγοντα του προβλήματος. Άλλωστε, την παρουσία και την εργασία μεγάλου αριθμού μεταναστών αφέθηκε να τη ρυθμίζει η "μαύρη αγορά εργασίας".
       Ο ρατσισμός είναι διχοτομική αξιολόγηση της εθνικής ομάδας σε σύγκριση με τις άλλες εθνικές ομάδες. Υπερτονίζει τις ομοιότητες ανάμεσα στα μέλη της "δικής μας" ομάδας και τις διαφορές με την κάθε ομάδα των "άλλων" και αποδίδει αρνητικά χαρακτηριστικά στους άλλους, αποδίδοντας στον εθνικό εαυτό μόνο αρετές και προτερήματα. Με τη μορφή της γενίκευσης που παραμερίζει τις ατομικές ιδιαιτερότητες και αποδίδει στα άτομα στερεότυπες ιδιότητες της ομάδας, εμποδίζει την ορθολογική επίγνωση του εθνικού "εμείς", των ομοιοτήτων και διαφορών ανάμεσα στα μέλη του έθνους, αλλά και των ομοιοτήτων και διαφορών με τους "άλλους".
      Η αντίφαση μεγάλου μέρους των ελλήνων πολιτών να μέμφονται την παρουσία των "ανεπιθύμητων" μεταναστών και συγχρόνως να έχουν στη δούλεψή τους μετανάστες με χαμηλότερες αμοιβές .
      Άλλο ένα πρόβλημα που χρεώνεται στους μετανάστες είναι η αύξηση της εγκληματικότητας, με αναφορές στους λαθρομετανάστες. Ωστόσο, λαθρομετανάστες, δηλ. παράνομα εισερχόμενοι μετανάστες , είναι περίπου όλοι οι μετανάστες. Οι αλλοδαποί δράστες εγκληματικών πράξεων μολονότι εξακολουθούν να αποτελούν σχετικά μικρό ποσοστό του πληθυσμιακού συνόλου, εντούτοις έχουν αυξηθεί δραματικά. Η κοινωνία έτσι δείχνει ελάχιστη ανοχή στην εισαγόμενη εγκληματικότητα σε συνδυασμό με την απουσία πολιτικής απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα, την εμπορία ανθρώπων και ναρκωτικών , κι αυτό ανεξάρτητα από την εθνική προέλευση των συμμοριών
 
2. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: η ανεργία είναι από τις μεγαλύτερες πληγές της κρίσης. Η ανεργία για τα λαϊκά στρώματα έχει πολλών ειδών επιπτώσεις, που δεν περιορίζονται στην οικονομική διάσταση, τη δυσκολία αντιμετώπισης της καθημερινής ζωής και την ανασφάλεια για το αύριο. Η ανεργία γίνεται αντιληπτή ιδίως από τους άντρες και σαν κοινωνική ταπείνωση. Ο μέσος άνθρωπος ζει την κατάσταση του ανέργου σαν μέγιστη κοινωνική αδικία και κοινωνική ταπείνωση και αισθάνεται μεγάλη οργή για την υποβάθμιση και προλεταριοποίησή του. Ιδίως , μετά από μια μακρά περίοδο οικονομικής ευημερίας των λαϊκών στρωμάτων. Η απρόβλεπτη απώλεια της οικονομικής δύναμης του πολίτη του αφαιρεί το σεβασμό και την αναγνώριση, τον απελπίζει, τον αγανακτεί. Στρέφεται έτσι προς τον άμεσο και ορατό δίπλα του υπαίτιο της υποβάθμισης και της φτώχειας του, το μετανάστη. Ο ίδιος αδυνατεί να διαβλέψει τα σύνθετα πολιτικά -οικονομικά αίτια που τον οδήγησαν στην ανεργία, ανέχεια και ταπείνωση, ενώ είναι πολύ ευκολότερες και ολοφάνερες οι απλουστευτικές ερμηνείες: οι μετανάστες παίρνουν τις δουλειές και άρα η εκδίωξή τους θα λύσει το πρόβλημα της ανεργίας. Και όσο οξύνεται το πρόβλημα, τόσο γενικεύεται ένας ήπιος ανορθολογισμός, δηλ. κυριαρχούν οι απλουστευτικές ερμηνείες, αν όχι επειδή πείθουν, ίσως επειδή ανακουφίζουν σαν πιθανές λύσεις. Αυτή η κατάσταση αλληλεπιδρά με την αύξηση της εγκληματικότητας, που κι αυτή είναι συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη απουσία κρατικής πολιτικής, η συνύπαρξη αυτών των παραγόντων οδηγεί στην έκρηξη εναντίον των μεταναστών και στην άκριτη αποδοχή της ρατσιστικής προπαγάνδας.
 
3. α. Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ: Τα ακροδεξιά κόμματα και στην Ευρώπη θέτουν πρώτο και εκμεταλλεύονται κατά προτεραιότητα το θέμα των μεταναστών. Διαδίδουν κινδύνους που απειλούν τη χώρα, προπαγανδίζουν την εκδίωξη και κραυγάζουν πατριωτικοφανείς κορώνες για αλλοίωση της εθνικής αυθεντικότητας που θα επιφέρει η παρουσία τους και η ανάμιξη του γηγενούς πληθυσμού μαζί τους. Απέναντι στην εθνικιστική ρητορεία της ακροδεξιάς τα μεγάλα κόμματα μέτρησαν κοντόφθαλμα το εκλογικό κόστος. Δεν πολέμησαν ιδεολογικά το φανατικό εθνικισμό που συγκρουόταν με τις αξίες της ΕΕ. και δεν αντιστάθηκαν στο ρατσισμό και την ξενοφοβία από φόβο μήπως χάσουν ψηφοφόρους που θα προσχωρήσουν σε ακροδεξιά κόμματα. Η λαϊκίστικης προέλευσης αυτή υποχώρηση έδωσε στην ακροδεξιά δύναμη, νομιμοποίησε τους φόβους που καλλιεργούσε και αφαίρεσε από το πεδίο του δημόσιου λόγου τη δημοκρατική δύναμη που έχει η αντίσταση στην ξενοφοβία και στο ρατσισμό , που όσο διαδίδονται, τόσο βλάπτουν τη δημοκρατία.
        Όταν οι πολιτικοί ηγέτες εγκαταλείπουν την κριτική προς τη ρατσιστική ιδεολογία και λαϊκίζουν ρέποντας προς ακροδεξιές θέσεις που εμφανίζονται λαοφιλείς με στόχο την άντληση ψήφων, τότε ευνοούνται οι αυθεντικοί λαϊκιστές και μάλιστα οι πιο αντιδραστικοί. Έτσι διαδίδονται και αποκτούν όλο και περισσότερη συναίνεση ιδεολογήματα για την αλλοίωση της ελληνικότητας την οποία θα προκαλέσει για παράδειγμα η ελληνική ιθαγένεια σε παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και έχουν ολοκληρώσει έξι συνεχή χρόνια στο ελληνικό σχολείο.
 
3. β. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: που διάγουν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Σχέση ανάμεσα στην κρίση εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και στην άνοδο των ακροδεξιών ομάδων
 
     Η κρίση νομιμότητας των κομμάτων. Στην Ελλάδα, η κρίση αφορά τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία από τη μεταπολίτευση. Η κρίση μορφοποιήθηκε ως αντίθεση απέναντι στα δύο κόμματα εξουσίας και ονομάστηκε συνθηματολογικά καταδίκη του δικομματισμού. Καλλιεργείται καχυποψία για τις προθέσεις και την ακεραιότητα των εκπροσώπων της πολιτικής, που με τη συγκυρία της οικονομικής κρίσης μετατρέπεται σε άρση της εμπιστοσύνης στον τρόπο λειτουργίας των κοινοβουλευτικών θεσμών, πολλαπλασιάζει τις κοινωνικές ομάδες που θεωρούν ότι δεν εκπροσωπούνται από τους βουλευτές και τις κυβερνήσεις και καταλήγει σε αυξανόμενη αμφισβήτηση του όλου "συστήματος".
       Κι εδώ η εναντίον του "συστήματος" πολιτική θέση των ακροδεξιών κομμάτων βρίσκει εύφορο έδαφος λαϊκισμού. Τα ακροδεξιά κόμματα είναι εναντίον του κοινοβουλευτισμού, επιτίθενται στο πολιτικό "κατεστημένο" και του αποδίδουν αθέμιτη κατάχρηση εξουσιών, κομματική ιδιοτέλεια και αδιαφορία για τα κοινά. Τα κόμματα εξουσίας από την άλλη προσφέρουν με τα οικονομικά σκάνδαλα πολλά επαληθευτικά παραδείγματα. Έτσι, η κρίση εμπιστοσύνης στα κόμματα ώθησε σε μια ολισθηρή κατηφόρα, σε συλλογικές πράξεις αντιπαράθεσης με τις κυβερνητικές πολιτικές, εκδηλώσεις μαζικής καταγγελίας του Κοινοβουλίου ως συμβολικού θεσμού, επομένως του δημοκρατικού καθεστώτος.
      Σήμερα, οι πολίτες, αν και ομόφωνα συναινούν υπέρ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως πολιτεύματος, όμως ως προς τη λειτουργία της δείχνουν να μην πείθονται για την ορθότητα και τη δημοκρατικότητά της έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη τους στους πολιτικούς θεσμούς. Έτσι, η καταδίκη της πολιτικής και των πολιτικών ως σταθερά στην προπαγάνδα των ακροδεξιών κομμάτων βρίσκει πρόσφορο έδαφος κι αυτό εξηγεί την άνοδό τους τα τελευταία χρόνια.
 
4. Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
    Η οικονομική παγκοσμιοποίηση, η διαδικασία κατά την οποία αυτονομούνται από τον έλεγχο των εθνών-κρατών το κεφάλαιο, το εμπόριο, η τεχνολογία κλπ, με τη δημιουργία υπερεθνικών οικονομικών γιγάντων, έχει μεταμορφώσει τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Οι μεμονωμένες εξουσίες των εθνών-κρατών αποδυναμώνονται, με τάση μείωσης της σχετικής τους αυ¬τοδυναμίας, πράγμα που γίνεται έντονα φανερό ιδίως στο οι¬κονομικό πεδίο. Μειώνεται η ελευθερία των κυβερνήσεων στην άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα αποκτούν όλο και ισχυρότερη παρεμβατική ισχύ οι διεθνείς θε¬σμοί, ενισχύεται ο ρόλος διεθνών οργανισμών, ενώ στην ευρω¬παϊκή ήπειρο ο συνασπισμός εθνών-κρατών φτάνει έως το κοινό νόμισμα και, παρά τα πισωγυρίσματα, τις αντιφάσεις και την κρίση που διάγει σήμερα, τείνει προς την εξέλιξή του σε πολιτική ομοσπονδιακή ένωση.
      Συγχρόνως η ανάπτυξη και η διάδοση της τεχνολογίας έχει οδηγήσει την παγκόσμια επικαιρότητα να είναι καθημερινά παρούσα μέσα στο σπίτι του κάθε πολίτη στη γη. Η γύρω πραγματικότητα, μέχρι πρόσφατα οριοθετημένη μέσα στα σύνορα του κάθε έθνους-κράτους, γίνεται παγκόσμια, με συνέπεια η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα να εμφανίζεται με διαστάσεις έξω από τον έλεγχο των πολιτών στην κάθε χώρα.
      Το αίσθημα ανασφάλειας από τους παραπάνω παράγοντες θα εντοπιστεί στο οικονομικό πεδίο και θα αυξηθεί με την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης. Η οικονομική ανασφάλεια θα επηρεαστεί από την ήδη λανθάνουσα κρίση νομιμότητας της κοινοβουλευτικής κοινωνίας και θα ανατρέψει την ισορροπία της που στηριζόταν στο λεγόμενο πελατειακό κράτος αλλά και σε πλατιά συναίνεση σε αυτό (έως και ο τελευταίος πολίτης, τις προσδοκίες για την επίλυση των οικονομικών του προβλημάτων ή το διορισμό των παιδιών του να τις εναποθέτει στη μέρα που το κόμμα του και ο τοπικός του βουλευτής θα κυβερνήσουν). Θα προστεθεί η βαθιά κρίση των ιδεών που ακολούθησε τη συντριβή των σοσιαλιστικών καθεστώτων, με συνέπεια μεταξύ άλλων την αλλοίωση των ιδεολογικών ορίων στην πολιτική τοπογραφία αριστερά/δεξιά, δημιουργώντας μία ακόμα ανασφάλεια απέναντι σε μια κοινωνία που μοιάζει να χάνει όλα τα παραδοσιακά καταφύγια αξιών. Η πολλαπλή αυτή ανασφάλεια καλλιεργεί την κοινωνική δεκτικότητα σε αξίες παλιές και δοκιμασμένες, την τάξη και ασφάλεια, την προστατευτική παραδοσιακή οικογένεια, τα χρηστά ήθη. Ισχυρότερο καταφύγιο εμφανίζεται ο εθνικός αυτοπροσδιορισμός και αποκτά νέα δύναμη και λειτουργία παρηγορητική απέναντι στους συγκεκριμένους αλλά και στους απροσδιόριστους φόβους για το αύριο, καθώς ο κοινωνικός κόσμος παίρνει στα μάτια των πολιτών έκταση και ισχύ εκφοβιστικά «παγκόσμια».
     Η οικονομική παγκοσμιοποίηση στηρίζεται και επιβάλλει την οικονομική πολιτική του φιλελευθερισμού, δηλαδή της κυριαρχίας της αγοράς. Η οικονομία της αγοράς όμως δεν έχει μηχανισμούς για να καταπολεμήσει την ανεργία και να αυξήσει την απασχόληση, ούτε μηχανισμούς εξισορροπητικούς που μειώνουν τις οικονομικές ανισότητες. Στην ιστορία των οικονομιών, αυτούς τους μηχανισμούς διαθέτει το κράτος και η παρέμβασή του ως κράτους πρόνοιας.
       Η οικονομική διαδικασία παγκοσμιοποίησης, με άλλα λόγια, προκάλεσε μια μεγάλη αλλαγή. Ώθησε τις ευρωπαϊκές οικονομίες να ξαναγίνουν ανταγωνιστικές, με σοβαρότερη επίπτωση τη συνεχή συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, πολιτική που τις τελευταίες δεκαετίες εφάρμοσαν τα χριστιανοδημοκρατικά αλλά και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης. Οι συνέπειες, με κύρια τη σταδιακή εγκατάλειψη της κρατικής μέριμνας για τις οικονομικά πιο αδύναμες κατηγορίες, διαμόρφωσαν ένα κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας ιδίως στα λαϊκά και στα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα στις ευρωπαϊκές χώρες.
       Η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας θα έχει συνέπειες. Οι συνέπειες αυτές ιδίως στις ασθενέστερες οικονομικές ομάδες τόσο στην Ελλάδα όσο και στη λοιπή Ευρώπη οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο με την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το φθινόπωρο του 2008 στις ΗΠΑ και συνεχίζεται. Ένα χρόνο μετά την απαρχή της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε κρίση. Το 2009 τη χαρακτηρίζει πολύ υψηλό δημόσιο έλλειμμα και υψηλό δημόσιο χρέος.          Τέλος, η οικονομική κρίση επέδρασε ιδιαίτερα καταστροφικά στην ελληνική οικονομία, ιδίως από το 2007. Στο πολιτικό πεδίο η οικονομική κρίση θα αντιμετωπιστεί από όλα τα κόμματα με τρόπο λαϊκιστικό, με την απόδοση των ευθυνών από το ένα κόμμα εξουσίας στο άλλο χωρίς αναγνώριση της δικής του ευθύνης, καθώς και με την απόδοση των ευθυνών από τα κόμματα της αντιπολίτευσης στα δύο κόμματα εξουσίας χωρίς διαφοροποιήσεις, που θα συνοψιστεί στην καταγγελία του «δικομματισμού». Η απλουστευτική καταγγελία συναντάει και επιδεινώνει ραγδαία την κρίση νομιμότητας των κομμάτων εξουσίας που ήδη υπάρχει, με πρώτο αίτιο τα οικονομικά σκάνδαλα.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ

O νέος ουμανισμός
του Δ. Τζιόβα (Το Βήμα, 11/8/2013)
    Ενίοτε γίνεται λόγος για νέο μεσαίωνα με ποικίλες αφορμές. Η πολυ-δυναμικότητα του 21ου αιώνα με τις αναδυόμενες υπερδυνάμεις της Κίνας και της Ινδίας θυμίζουν σε κάποιους τον 12ο αιώνα, όταν ο κόσμος ήταν ταυτόχρονα και δυτικός και ανατολικός. Τα σημερινά παγκοσμιοποιημένα δίκτυα παρουσιάζουν αναλογίες με τα εμπορευ ματικά δίκτυα του Μεσαίωνα που δημιούργησαν οι Σταυροφορίες και ο δρόμος του μεταξιού. Οι μεσαιωνικές επιδημίες παραλληλίζονται με τη γρίπη των πτηνών ή και το AIDS, ενώ ο αυξανόμενος ρόλος του Ισλάμ και το χάσμα πλουσίων και φτωχών προκαλούν πρόσθετους συνειρμούς. Η ΕΕ αντιμετωπίζεται ως το αντίστοιχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η Αμερική ως το νέο Βυζάντιο, που βλέπει και προς τα δυτικά και προς τα ανατολικά, ούσα σε μεταβατική κατάσταση.
     Μήπως όμως η κρίση μάς φέρει, εκτός από νέες λέξεις, φράσεις ή ανέκδοτα, και νέους συνειρμούς, περνώντας από τον νέο μεσαιωνισμό στον νέο ουμανισμό; Ο τελευταίος θα ήταν ένας βολικά ευρύχωρος όρος για να συστεγάσει τις ποικίλες αντιστάσεις των καιρών. Δεν πρόκειται για αυτοτελές κίνημα ή ιδεολογικό ρεύμα, ούτε για αναβίωση του αμερικανικού κριτικού κινήματος των αρχών του εικοστού αιώνα, αλλά για έναν όρο που θα λειτουργούσε συνοπτικά ως αντίπαλος του νεοφιλελευθερισμού.
        Ο «νέος ουμανισμός» φαίνεται να πριμοδοτεί το αίσθημα και όχι τη λογική, τη συμπάθεια και όχι την αποστασιοποίηση. Στο οικονομικό και θεσμικό επίπεδο θα μπορούσε να αναχθεί σε σύνθημά του αυτό που τελευταία ακούγεται συχνά στην Ελλάδα: «Είμαστε άνθρωποι και όχι αριθμοί». Στο εκπαιδευτικό επίπεδο ο νέος ουμανισμός υπερασπίζεται την προτεραιότητα της παιδείας και της μόρφωσης και αντιστρατεύεται την κατάρτιση, την εμπορευματοποίηση, τις τεχνικές δεξιότητες και την προετοιμασία για την αγορά εργασίας. Ως αντιρατσιστική δράση, ο νέος ουμανισμός προασπίζεται την κατάργηση των φυλετικών ή άλλων διαχωρισμών, στηρίζει όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη και τονίζει ότι η αλληλεγγύη δεν ελέγχει διαβατήριο ή χρώμα. Επιμένοντας στο σύνολο και στην αυτοδιαχείριση και όχι στον κοινωνικό κατακερματισμό και στην πολυδιάσπαση, ο νέος ουμανισμός αντιστέκεται επίσης στην ιδεοληψία της διαρκούς ανάπτυξης και στην κυριαρχία των αγορών, ζητώντας την επιστροφή στη μικρή κλίμακα, στην τοπικότητα, στην κοινότητα και στο φυσικό περιβάλλον.
       Είναι σε θέση αυτός ο πολυσχιδής νέος ουμανισμός να λειτουργήσει συσπειρωτικά, να εκφράσει τις διάφορες μορφές κοινωνικής αντίστασης και να αποτελέσει σοβαρό αντίβαρο στον νεοφιλελευθερισμό, στον ρατσισμό και στην παγκοσμιοποίηση, ή θα στιγματιστεί ως αιθεροβάμων ιδεαλισμός και απατηλή ουτοπία; Ως ποιον βαθμό μια από τις βαθύτερες συνέπειες της κρίσης είναι η νέα ανακάλυψη του ανθρώπινου παράγοντα, που παίρνει τη μορφή ενός νέου ουρανισμού με σύνθημα «μέτρο όλων ο άνθρωπος»; Θα είναι εν τέλει αυτός ο νέος ουμανισμός αντίσταση, επιστροφή ή νέα αφετηρία;