Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟ ΚΡΙΤΩΝΑ


La muerte de Sócrates de Taras Shevchenko

  Καθώς πρέπει να βοηθάμε τους νέους να αναπτύξουν λογική κρίση και σκέψη, ώστε να μπορούν να σχηματίζουν γνώμη, και επειδή στον Κρίτωνα χρησιμοποιούνται συλλογισμοί, που είναι γνωστοί στη λογική θεωρία ως παραγωγή, επαγωγή, αναλογία, είναι σωστό να κατανοήσουν οι μαθητές τι εκφράζουν αυτοί οι τρόποι σκέψης και ποια είναι η αποδεικτική αξία τους.
 
ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΣ από τον πλατωνικό Κρίτωνα
Προκείμενες:
Ο νόμος της πόλης με καταδίκασε σε θάνατο
Το νόμο αυτό εγώ πενήντα χρόνια ψηφοφόρος τον έχω ψηφίσει
 
Συμπέρασμα:
Δεν είναι σωστό να δραπετεύσω, γιατί παραβιάζω τις δικές μου αρχές, γίνομαι ηθικά ασυνεπής
 
Παραγωγικός τρόπος σκέψης ή παραγωγικός συλλογισμός (ή απλώς παραγωγή) λέγεται εκείνος ο τρόπος όπου από την παραδοχή μιας κρίσης γενικής συμπεραίνουμε την αλήθεια μιας άλλης πού είναι μέρος της. λ.χ./στο κεφ. 7 (του Κρίτωνα) παρακολουθούμε τη μετάβαση από τη γενική παραδοχή ότι για κάθε τι πρέπει να ρωτάμε τον ειδικό, τον επιστήμονα, στην ειδικότερη περίπτωση: «λοιπόν, Κρίτωνα, και για τα άλλα ισχύει το ίδιο... για το δίκαιο και για το άδικο, για το άσχημο και το όμορφο». Σ' αυτό το είδος του συλλογισμού, αν γίνει αποδεκτή ως αληθινή η αρχική πρόταση, τότε υπάρχει βεβαιότητα για το συμπέρασμα (ό,τι ισχύει για όλα τα μέλη ενός συνόλου, ισχύει και για μερικά ή ένα από αυτά).
Η αδυναμία του, όμως, βρίσκεται στο ότι η αρχική παραδοχή συχνά είναι αυθαίρετη ή δεν είναι αρκετά ελεγμένη και επιβεβαιωμένη, οπότε μαζί της καταρρέει το όλο συλλογιστικό κατασκεύασμα. Στο παραπάνω παράδειγμα θα μπορούσε κανείς να αντιπαρατηρήσει ότι η αρχική παραδοχή («για κάθε τι πρέπει» κλπ.) είναι κρίση γενική στη μορφή, που όμως δεν έχει προηγούμενα αποδειχτεί σ' όλες τις πτυχές της και επιδέχεται αντιρρήσεις. Γιατί λ.χ. ποιος είναι ο ειδικός να μας πει πότε προσφέρουμε ελεημοσύνη; Καθένας εδώ κρίνει και αποφασίζει μόνος του ανάλογα με την ευαισθησία του για τον ανθρώπινο πόνο, την ευπιστία του απέναντι στο ζητιάνο και την ψυχική του κατάσταση εκείνη την ώρα. Άρα δεν ισχύει πάντα «ότι για κάθε τι πρέπει να ρωτάμε τον ειδικό», αφού ειδικός δεν υπάρχει και σε τέτοια θέματα ανθρώπινης συμπεριφοράς ειδικός είναι ο καθένας. Αυτό άλλωστε αναγνωρίζει και η δημοκρατική αρχή της καθολικής συμμετοχής στην απόφαση για τα κοινά, που ο Σωκράτης φαίνεται ότι την αμφισβητούσε.
 
Επαγωγικός συλλογισμός (ή απλώς επαγωγή) είναι άλλος τρόπος σκέψης όπου από επιμέρους περιπτώσεις οδηγείται η σκέψη σε μια γενίκευση. Παράδειγμα: επειδή σε όλες τις επαναστάσεις χ,ψ,ω, που έχουμε μελετήσει, έγινε πολλή αιματοχυσία, προχωράμε ανύποπτοι στη γενίκευση ότι όλες οι επαναστάσεις συνοδεύονται από αιματοχυσία. Εδώ όμως υπάρχει ένα λογικό άλμα στο κενό. Αυτός ο τρόπος σκέψης ευσταθεί αρκετά στη μελέτη των φυσικών φαινομένων (π.χ. τα σώματα π, ρ, σ, τ, θερμαινόμενα διαστέλλονται, άρα όλα τα σώματα θερμαινόμενα διαστέλλονται) γιατί στη φύση υπάρχει ομοιογένεια, ή προσδοκία ότι πάντα η φύση θα συμπεριφέρεται έτσι. Δεν έχει όμως την ίδια ευστάθεια στα θέματα της κοινωνικής ζωής ή της ατομικής συμπεριφοράς, όπου μπορούν νέα περιστατικά να μην ακολουθούν τη γενίκευση μας• ό,τι γράψαμε παραπάνω για τις επαναστάσεις αληθεύει για όσες είχαμε μελετήσει, δεν είμαστε όμως βέβαιοι, δηλαδή δεν είναι λογικό να είμαστε βέβαιοι, ότι αυτό ισχύει, για όσες δεν είχαμε μελετήσει ή για όσες δεν έγιναν μα και ήταν ή πιθανόν να είναι αναίμακτες (όπως ή ένδοξη Επανάσταση του 1688 στην Αγγλία, η Επανάσταση της Γ' Σεπτεμβρίου στην Αθήνα κα).
Με άλλα λόγια ο επαγωγικός διαλογισμός δεν οδηγεί πάντα (Ιδιαίτερα στις κοινωνικές επιστήμες) σε συμπεράσματα αδιάσειστα. Οφείλει ο στοχαζόμενος άνθρωπος να αμφιβάλλει και γι' αυτά, μολονότι είναι χρήσιμα ως άθροιση εμπειρίας σημαντική και οικονομία πνευματικών δυνάμεων αξιόλογη.
 
Αναλογικός συλλογισμός (ή αναλογία) είναι ο τρόπος σκέψης όπου από ένα ή λίγα χαρακτηριστικά ή συμπτώματα συμπεραίνουμε ότι κάτι ανάλογο συμβαίνει και σε άλλους τομείς, επειδή κι εκεί διαπιστώνεται ή παρουσία των ίδιων χαρακτηριστικών ή συμπτωμάτων. Π.χ. για την υγεία του σώματος οφείλουμε να ρωτάμε τό γιατρό" για την υγεία της ψυχής ποιον; κατ' αναλογία προτείνουμε: κάποιον άλλο γιατρό. Η ομοιότητα των δυο περιοχών (σώμα - ψυχή) βρίσκεται μόνο στον όρο υγεία, πού ή χρήση του είναι μεταφορική στη δεύτερη περίπτωση, όπως μεταφορική ή αναλογική είναι και η αναζήτηση γιατρού για την ψυχή και μάλιστα ειδικού ή επιστήμονα* ποιος όμως είναι αυτός; και για ποιο στόχο θεραπείας; Μήπως μια συμβουλή ηθική δεν είναι πιθανότερο να προέλθει από έναν ιερέα* ή φίλο, γονέα; είναι αυτός ο ζητούμενος ειδικός επιστήμονας;
Ο αναλογικός συλλογισμός λοιπόν είναι πολύ ασθενής, οδηγεί σε πιθανά μόνο συμπεράσματα (δε μιλάμε βέβαια για τη μαθηματική αναλογία). Παρατηρούμε γενικά ότι οι παραπάνω μορφές συλλογισμών, ιδιαίτερα στον τομέα των κοινωνικών, ηθικών επιστημών ενέχουν πολλή ολισθηρότητα και χρειαζόμαστε άγρυπνη προσοχή στη χρήση τους. Οφείλουμε κάθε φορά να εξετάζουμε προσεκτικά τα συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία: και τη λογική ευστάθεια του συμπεράσματος.
 
 
Φ. Κ. Βώρου "Προοιμιακές σκέψεις για τη διδασκαλία του πλατωνικού Κρίτωνα" (Νέα Παιδεία, τευχ. 15, σελ. 117-118)

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ


  Μιά επιλογή από το τελευταίο βιβλίο της Άννας Φραγκουδάκη "Ο εθνικισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς" με κριτήριο επιλογής τις διδακτικές ανάγκες του κεφαλαίου στη Γ΄Λυκείου. Απλό κα εύληπτο κείμενο , βοηθά το μαθητή να κατανοήσει τις σύνθετες και βαθύτερες αιτίες του φαινομένου, κάτι που δεν επιτυγχάνεται με την απλή παράθεση μιας σχεδιαγραμματικής παρουσίασης του ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ στην τάξη. Από τα αποσπάσματα λείπουν οι αναφορές σε κόμματα, πρόσωπα, με σκοπό να μπορεί να είναι δυνατή η εκπαιδευτική αξιοποίηση ενός αξιόλογου κειμένου
 
          ΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ
1. ΤΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ
     Με την παρουσία μεταναστών σημειώθηκαν ρατσιστικά φαινόμενα πολλών ειδών, όπως κοινωνική αναλγησία και ακραία εκμετάλλευση, άρνηση συμβίωσης και εχθρότητα, υποτίμηση και στιγματισμός. Η συναίνεση που άρχισε ξαφνικά να αποκτάει ο ρατσισμός, με την πιο ακραία αντιδημοκρατική της μορφή της άσκησης βίας στους δρόμους και του ρατσιστικού εγκλήματος, ήρθε με την κοσμογονική αλλαγή της οικονομικής κρίσης.
    Οι εχθρικές τάσεις εναντίον των μεταναστών σχετίζονται με τον αριθμό των αλλοδαπών αναλογικά με το χρονικό διάστημα εισροής τους στην κάθε χώρα. Η μαζική είσοδος μεταναστών ξεκινάει στο τέλος της 10ετίας του 80. Η ελληνική κοινωνία είναι σε όλα τα πεδία, από το θεσμικό έως το ιδεολογικό, τελείως ανέτοιμη να διαχειριστεί το μεταναστευτικό φαινόμενο (πχ. η αδυναμία της εκπαίδευσης να εντάξει και να εκπαιδεύσει αλλοεθνή και αλλόγλωσσο μαθητικό πληθυσμό). Επίσης συνετέλεσε και η απουσία κρατικής μεταναστευτικής πολιτικής. Η απουσία κρατικής πολιτικής είναι πρωτεύον ζήτημα:δε θα ήταν υπερβολή να πει κανείς ότι το κράτος άφησε επί περίπου όλο το σχετικό διάστημα το μεγάλης εμβέλειας μεταναστευτικό ζήτημα στη μοίρα του. Η κρατική αδράνεια και η καθυστέρηση στη διαδικασία ένταξης των μεταναστών αποτέλεσε επιδεινωτικό παράγοντα του προβλήματος. Άλλωστε, την παρουσία και την εργασία μεγάλου αριθμού μεταναστών αφέθηκε να τη ρυθμίζει η "μαύρη αγορά εργασίας".
       Ο ρατσισμός είναι διχοτομική αξιολόγηση της εθνικής ομάδας σε σύγκριση με τις άλλες εθνικές ομάδες. Υπερτονίζει τις ομοιότητες ανάμεσα στα μέλη της "δικής μας" ομάδας και τις διαφορές με την κάθε ομάδα των "άλλων" και αποδίδει αρνητικά χαρακτηριστικά στους άλλους, αποδίδοντας στον εθνικό εαυτό μόνο αρετές και προτερήματα. Με τη μορφή της γενίκευσης που παραμερίζει τις ατομικές ιδιαιτερότητες και αποδίδει στα άτομα στερεότυπες ιδιότητες της ομάδας, εμποδίζει την ορθολογική επίγνωση του εθνικού "εμείς", των ομοιοτήτων και διαφορών ανάμεσα στα μέλη του έθνους, αλλά και των ομοιοτήτων και διαφορών με τους "άλλους".
      Η αντίφαση μεγάλου μέρους των ελλήνων πολιτών να μέμφονται την παρουσία των "ανεπιθύμητων" μεταναστών και συγχρόνως να έχουν στη δούλεψή τους μετανάστες με χαμηλότερες αμοιβές .
      Άλλο ένα πρόβλημα που χρεώνεται στους μετανάστες είναι η αύξηση της εγκληματικότητας, με αναφορές στους λαθρομετανάστες. Ωστόσο, λαθρομετανάστες, δηλ. παράνομα εισερχόμενοι μετανάστες , είναι περίπου όλοι οι μετανάστες. Οι αλλοδαποί δράστες εγκληματικών πράξεων μολονότι εξακολουθούν να αποτελούν σχετικά μικρό ποσοστό του πληθυσμιακού συνόλου, εντούτοις έχουν αυξηθεί δραματικά. Η κοινωνία έτσι δείχνει ελάχιστη ανοχή στην εισαγόμενη εγκληματικότητα σε συνδυασμό με την απουσία πολιτικής απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα, την εμπορία ανθρώπων και ναρκωτικών , κι αυτό ανεξάρτητα από την εθνική προέλευση των συμμοριών
 
2. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: η ανεργία είναι από τις μεγαλύτερες πληγές της κρίσης. Η ανεργία για τα λαϊκά στρώματα έχει πολλών ειδών επιπτώσεις, που δεν περιορίζονται στην οικονομική διάσταση, τη δυσκολία αντιμετώπισης της καθημερινής ζωής και την ανασφάλεια για το αύριο. Η ανεργία γίνεται αντιληπτή ιδίως από τους άντρες και σαν κοινωνική ταπείνωση. Ο μέσος άνθρωπος ζει την κατάσταση του ανέργου σαν μέγιστη κοινωνική αδικία και κοινωνική ταπείνωση και αισθάνεται μεγάλη οργή για την υποβάθμιση και προλεταριοποίησή του. Ιδίως , μετά από μια μακρά περίοδο οικονομικής ευημερίας των λαϊκών στρωμάτων. Η απρόβλεπτη απώλεια της οικονομικής δύναμης του πολίτη του αφαιρεί το σεβασμό και την αναγνώριση, τον απελπίζει, τον αγανακτεί. Στρέφεται έτσι προς τον άμεσο και ορατό δίπλα του υπαίτιο της υποβάθμισης και της φτώχειας του, το μετανάστη. Ο ίδιος αδυνατεί να διαβλέψει τα σύνθετα πολιτικά -οικονομικά αίτια που τον οδήγησαν στην ανεργία, ανέχεια και ταπείνωση, ενώ είναι πολύ ευκολότερες και ολοφάνερες οι απλουστευτικές ερμηνείες: οι μετανάστες παίρνουν τις δουλειές και άρα η εκδίωξή τους θα λύσει το πρόβλημα της ανεργίας. Και όσο οξύνεται το πρόβλημα, τόσο γενικεύεται ένας ήπιος ανορθολογισμός, δηλ. κυριαρχούν οι απλουστευτικές ερμηνείες, αν όχι επειδή πείθουν, ίσως επειδή ανακουφίζουν σαν πιθανές λύσεις. Αυτή η κατάσταση αλληλεπιδρά με την αύξηση της εγκληματικότητας, που κι αυτή είναι συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Σε συνδυασμό με τη μακρόχρονη απουσία κρατικής πολιτικής, η συνύπαρξη αυτών των παραγόντων οδηγεί στην έκρηξη εναντίον των μεταναστών και στην άκριτη αποδοχή της ρατσιστικής προπαγάνδας.
 
3. α. Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ: Τα ακροδεξιά κόμματα και στην Ευρώπη θέτουν πρώτο και εκμεταλλεύονται κατά προτεραιότητα το θέμα των μεταναστών. Διαδίδουν κινδύνους που απειλούν τη χώρα, προπαγανδίζουν την εκδίωξη και κραυγάζουν πατριωτικοφανείς κορώνες για αλλοίωση της εθνικής αυθεντικότητας που θα επιφέρει η παρουσία τους και η ανάμιξη του γηγενούς πληθυσμού μαζί τους. Απέναντι στην εθνικιστική ρητορεία της ακροδεξιάς τα μεγάλα κόμματα μέτρησαν κοντόφθαλμα το εκλογικό κόστος. Δεν πολέμησαν ιδεολογικά το φανατικό εθνικισμό που συγκρουόταν με τις αξίες της ΕΕ. και δεν αντιστάθηκαν στο ρατσισμό και την ξενοφοβία από φόβο μήπως χάσουν ψηφοφόρους που θα προσχωρήσουν σε ακροδεξιά κόμματα. Η λαϊκίστικης προέλευσης αυτή υποχώρηση έδωσε στην ακροδεξιά δύναμη, νομιμοποίησε τους φόβους που καλλιεργούσε και αφαίρεσε από το πεδίο του δημόσιου λόγου τη δημοκρατική δύναμη που έχει η αντίσταση στην ξενοφοβία και στο ρατσισμό , που όσο διαδίδονται, τόσο βλάπτουν τη δημοκρατία.
        Όταν οι πολιτικοί ηγέτες εγκαταλείπουν την κριτική προς τη ρατσιστική ιδεολογία και λαϊκίζουν ρέποντας προς ακροδεξιές θέσεις που εμφανίζονται λαοφιλείς με στόχο την άντληση ψήφων, τότε ευνοούνται οι αυθεντικοί λαϊκιστές και μάλιστα οι πιο αντιδραστικοί. Έτσι διαδίδονται και αποκτούν όλο και περισσότερη συναίνεση ιδεολογήματα για την αλλοίωση της ελληνικότητας την οποία θα προκαλέσει για παράδειγμα η ελληνική ιθαγένεια σε παιδιά μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και έχουν ολοκληρώσει έξι συνεχή χρόνια στο ελληνικό σχολείο.
 
3. β. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: που διάγουν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Σχέση ανάμεσα στην κρίση εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα και στην άνοδο των ακροδεξιών ομάδων
 
     Η κρίση νομιμότητας των κομμάτων. Στην Ελλάδα, η κρίση αφορά τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία από τη μεταπολίτευση. Η κρίση μορφοποιήθηκε ως αντίθεση απέναντι στα δύο κόμματα εξουσίας και ονομάστηκε συνθηματολογικά καταδίκη του δικομματισμού. Καλλιεργείται καχυποψία για τις προθέσεις και την ακεραιότητα των εκπροσώπων της πολιτικής, που με τη συγκυρία της οικονομικής κρίσης μετατρέπεται σε άρση της εμπιστοσύνης στον τρόπο λειτουργίας των κοινοβουλευτικών θεσμών, πολλαπλασιάζει τις κοινωνικές ομάδες που θεωρούν ότι δεν εκπροσωπούνται από τους βουλευτές και τις κυβερνήσεις και καταλήγει σε αυξανόμενη αμφισβήτηση του όλου "συστήματος".
       Κι εδώ η εναντίον του "συστήματος" πολιτική θέση των ακροδεξιών κομμάτων βρίσκει εύφορο έδαφος λαϊκισμού. Τα ακροδεξιά κόμματα είναι εναντίον του κοινοβουλευτισμού, επιτίθενται στο πολιτικό "κατεστημένο" και του αποδίδουν αθέμιτη κατάχρηση εξουσιών, κομματική ιδιοτέλεια και αδιαφορία για τα κοινά. Τα κόμματα εξουσίας από την άλλη προσφέρουν με τα οικονομικά σκάνδαλα πολλά επαληθευτικά παραδείγματα. Έτσι, η κρίση εμπιστοσύνης στα κόμματα ώθησε σε μια ολισθηρή κατηφόρα, σε συλλογικές πράξεις αντιπαράθεσης με τις κυβερνητικές πολιτικές, εκδηλώσεις μαζικής καταγγελίας του Κοινοβουλίου ως συμβολικού θεσμού, επομένως του δημοκρατικού καθεστώτος.
      Σήμερα, οι πολίτες, αν και ομόφωνα συναινούν υπέρ της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ως πολιτεύματος, όμως ως προς τη λειτουργία της δείχνουν να μην πείθονται για την ορθότητα και τη δημοκρατικότητά της έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη τους στους πολιτικούς θεσμούς. Έτσι, η καταδίκη της πολιτικής και των πολιτικών ως σταθερά στην προπαγάνδα των ακροδεξιών κομμάτων βρίσκει πρόσφορο έδαφος κι αυτό εξηγεί την άνοδό τους τα τελευταία χρόνια.
 
4. Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ
    Η οικονομική παγκοσμιοποίηση, η διαδικασία κατά την οποία αυτονομούνται από τον έλεγχο των εθνών-κρατών το κεφάλαιο, το εμπόριο, η τεχνολογία κλπ, με τη δημιουργία υπερεθνικών οικονομικών γιγάντων, έχει μεταμορφώσει τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Οι μεμονωμένες εξουσίες των εθνών-κρατών αποδυναμώνονται, με τάση μείωσης της σχετικής τους αυ¬τοδυναμίας, πράγμα που γίνεται έντονα φανερό ιδίως στο οι¬κονομικό πεδίο. Μειώνεται η ελευθερία των κυβερνήσεων στην άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα αποκτούν όλο και ισχυρότερη παρεμβατική ισχύ οι διεθνείς θε¬σμοί, ενισχύεται ο ρόλος διεθνών οργανισμών, ενώ στην ευρω¬παϊκή ήπειρο ο συνασπισμός εθνών-κρατών φτάνει έως το κοινό νόμισμα και, παρά τα πισωγυρίσματα, τις αντιφάσεις και την κρίση που διάγει σήμερα, τείνει προς την εξέλιξή του σε πολιτική ομοσπονδιακή ένωση.
      Συγχρόνως η ανάπτυξη και η διάδοση της τεχνολογίας έχει οδηγήσει την παγκόσμια επικαιρότητα να είναι καθημερινά παρούσα μέσα στο σπίτι του κάθε πολίτη στη γη. Η γύρω πραγματικότητα, μέχρι πρόσφατα οριοθετημένη μέσα στα σύνορα του κάθε έθνους-κράτους, γίνεται παγκόσμια, με συνέπεια η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα να εμφανίζεται με διαστάσεις έξω από τον έλεγχο των πολιτών στην κάθε χώρα.
      Το αίσθημα ανασφάλειας από τους παραπάνω παράγοντες θα εντοπιστεί στο οικονομικό πεδίο και θα αυξηθεί με την εμφάνιση της οικονομικής κρίσης. Η οικονομική ανασφάλεια θα επηρεαστεί από την ήδη λανθάνουσα κρίση νομιμότητας της κοινοβουλευτικής κοινωνίας και θα ανατρέψει την ισορροπία της που στηριζόταν στο λεγόμενο πελατειακό κράτος αλλά και σε πλατιά συναίνεση σε αυτό (έως και ο τελευταίος πολίτης, τις προσδοκίες για την επίλυση των οικονομικών του προβλημάτων ή το διορισμό των παιδιών του να τις εναποθέτει στη μέρα που το κόμμα του και ο τοπικός του βουλευτής θα κυβερνήσουν). Θα προστεθεί η βαθιά κρίση των ιδεών που ακολούθησε τη συντριβή των σοσιαλιστικών καθεστώτων, με συνέπεια μεταξύ άλλων την αλλοίωση των ιδεολογικών ορίων στην πολιτική τοπογραφία αριστερά/δεξιά, δημιουργώντας μία ακόμα ανασφάλεια απέναντι σε μια κοινωνία που μοιάζει να χάνει όλα τα παραδοσιακά καταφύγια αξιών. Η πολλαπλή αυτή ανασφάλεια καλλιεργεί την κοινωνική δεκτικότητα σε αξίες παλιές και δοκιμασμένες, την τάξη και ασφάλεια, την προστατευτική παραδοσιακή οικογένεια, τα χρηστά ήθη. Ισχυρότερο καταφύγιο εμφανίζεται ο εθνικός αυτοπροσδιορισμός και αποκτά νέα δύναμη και λειτουργία παρηγορητική απέναντι στους συγκεκριμένους αλλά και στους απροσδιόριστους φόβους για το αύριο, καθώς ο κοινωνικός κόσμος παίρνει στα μάτια των πολιτών έκταση και ισχύ εκφοβιστικά «παγκόσμια».
     Η οικονομική παγκοσμιοποίηση στηρίζεται και επιβάλλει την οικονομική πολιτική του φιλελευθερισμού, δηλαδή της κυριαρχίας της αγοράς. Η οικονομία της αγοράς όμως δεν έχει μηχανισμούς για να καταπολεμήσει την ανεργία και να αυξήσει την απασχόληση, ούτε μηχανισμούς εξισορροπητικούς που μειώνουν τις οικονομικές ανισότητες. Στην ιστορία των οικονομιών, αυτούς τους μηχανισμούς διαθέτει το κράτος και η παρέμβασή του ως κράτους πρόνοιας.
       Η οικονομική διαδικασία παγκοσμιοποίησης, με άλλα λόγια, προκάλεσε μια μεγάλη αλλαγή. Ώθησε τις ευρωπαϊκές οικονομίες να ξαναγίνουν ανταγωνιστικές, με σοβαρότερη επίπτωση τη συνεχή συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, πολιτική που τις τελευταίες δεκαετίες εφάρμοσαν τα χριστιανοδημοκρατικά αλλά και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης. Οι συνέπειες, με κύρια τη σταδιακή εγκατάλειψη της κρατικής μέριμνας για τις οικονομικά πιο αδύναμες κατηγορίες, διαμόρφωσαν ένα κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας ιδίως στα λαϊκά και στα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα στις ευρωπαϊκές χώρες.
       Η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας θα έχει συνέπειες. Οι συνέπειες αυτές ιδίως στις ασθενέστερες οικονομικές ομάδες τόσο στην Ελλάδα όσο και στη λοιπή Ευρώπη οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο με την παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το φθινόπωρο του 2008 στις ΗΠΑ και συνεχίζεται. Ένα χρόνο μετά την απαρχή της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε κρίση. Το 2009 τη χαρακτηρίζει πολύ υψηλό δημόσιο έλλειμμα και υψηλό δημόσιο χρέος.          Τέλος, η οικονομική κρίση επέδρασε ιδιαίτερα καταστροφικά στην ελληνική οικονομία, ιδίως από το 2007. Στο πολιτικό πεδίο η οικονομική κρίση θα αντιμετωπιστεί από όλα τα κόμματα με τρόπο λαϊκιστικό, με την απόδοση των ευθυνών από το ένα κόμμα εξουσίας στο άλλο χωρίς αναγνώριση της δικής του ευθύνης, καθώς και με την απόδοση των ευθυνών από τα κόμματα της αντιπολίτευσης στα δύο κόμματα εξουσίας χωρίς διαφοροποιήσεις, που θα συνοψιστεί στην καταγγελία του «δικομματισμού». Η απλουστευτική καταγγελία συναντάει και επιδεινώνει ραγδαία την κρίση νομιμότητας των κομμάτων εξουσίας που ήδη υπάρχει, με πρώτο αίτιο τα οικονομικά σκάνδαλα.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

ΟΥΜΑΝΙΣΜΟΣ

O νέος ουμανισμός
του Δ. Τζιόβα (Το Βήμα, 11/8/2013)
    Ενίοτε γίνεται λόγος για νέο μεσαίωνα με ποικίλες αφορμές. Η πολυ-δυναμικότητα του 21ου αιώνα με τις αναδυόμενες υπερδυνάμεις της Κίνας και της Ινδίας θυμίζουν σε κάποιους τον 12ο αιώνα, όταν ο κόσμος ήταν ταυτόχρονα και δυτικός και ανατολικός. Τα σημερινά παγκοσμιοποιημένα δίκτυα παρουσιάζουν αναλογίες με τα εμπορευ ματικά δίκτυα του Μεσαίωνα που δημιούργησαν οι Σταυροφορίες και ο δρόμος του μεταξιού. Οι μεσαιωνικές επιδημίες παραλληλίζονται με τη γρίπη των πτηνών ή και το AIDS, ενώ ο αυξανόμενος ρόλος του Ισλάμ και το χάσμα πλουσίων και φτωχών προκαλούν πρόσθετους συνειρμούς. Η ΕΕ αντιμετωπίζεται ως το αντίστοιχο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η Αμερική ως το νέο Βυζάντιο, που βλέπει και προς τα δυτικά και προς τα ανατολικά, ούσα σε μεταβατική κατάσταση.
     Μήπως όμως η κρίση μάς φέρει, εκτός από νέες λέξεις, φράσεις ή ανέκδοτα, και νέους συνειρμούς, περνώντας από τον νέο μεσαιωνισμό στον νέο ουμανισμό; Ο τελευταίος θα ήταν ένας βολικά ευρύχωρος όρος για να συστεγάσει τις ποικίλες αντιστάσεις των καιρών. Δεν πρόκειται για αυτοτελές κίνημα ή ιδεολογικό ρεύμα, ούτε για αναβίωση του αμερικανικού κριτικού κινήματος των αρχών του εικοστού αιώνα, αλλά για έναν όρο που θα λειτουργούσε συνοπτικά ως αντίπαλος του νεοφιλελευθερισμού.
        Ο «νέος ουμανισμός» φαίνεται να πριμοδοτεί το αίσθημα και όχι τη λογική, τη συμπάθεια και όχι την αποστασιοποίηση. Στο οικονομικό και θεσμικό επίπεδο θα μπορούσε να αναχθεί σε σύνθημά του αυτό που τελευταία ακούγεται συχνά στην Ελλάδα: «Είμαστε άνθρωποι και όχι αριθμοί». Στο εκπαιδευτικό επίπεδο ο νέος ουμανισμός υπερασπίζεται την προτεραιότητα της παιδείας και της μόρφωσης και αντιστρατεύεται την κατάρτιση, την εμπορευματοποίηση, τις τεχνικές δεξιότητες και την προετοιμασία για την αγορά εργασίας. Ως αντιρατσιστική δράση, ο νέος ουμανισμός προασπίζεται την κατάργηση των φυλετικών ή άλλων διαχωρισμών, στηρίζει όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη και τονίζει ότι η αλληλεγγύη δεν ελέγχει διαβατήριο ή χρώμα. Επιμένοντας στο σύνολο και στην αυτοδιαχείριση και όχι στον κοινωνικό κατακερματισμό και στην πολυδιάσπαση, ο νέος ουμανισμός αντιστέκεται επίσης στην ιδεοληψία της διαρκούς ανάπτυξης και στην κυριαρχία των αγορών, ζητώντας την επιστροφή στη μικρή κλίμακα, στην τοπικότητα, στην κοινότητα και στο φυσικό περιβάλλον.
       Είναι σε θέση αυτός ο πολυσχιδής νέος ουμανισμός να λειτουργήσει συσπειρωτικά, να εκφράσει τις διάφορες μορφές κοινωνικής αντίστασης και να αποτελέσει σοβαρό αντίβαρο στον νεοφιλελευθερισμό, στον ρατσισμό και στην παγκοσμιοποίηση, ή θα στιγματιστεί ως αιθεροβάμων ιδεαλισμός και απατηλή ουτοπία; Ως ποιον βαθμό μια από τις βαθύτερες συνέπειες της κρίσης είναι η νέα ανακάλυψη του ανθρώπινου παράγοντα, που παίρνει τη μορφή ενός νέου ουρανισμού με σύνθημα «μέτρο όλων ο άνθρωπος»; Θα είναι εν τέλει αυτός ο νέος ουμανισμός αντίσταση, επιστροφή ή νέα αφετηρία;

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ -ΚΡΙΤΗΡΙΟ

ΚΕΙΜΕΝΟ
ΑΠΟ ΤΟΝ «ΠΟΛΙΤΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ            
         Πώς ακούγεται στα νέα ελληνικά, πώς αποδίδεται, πνευματικά και πολιτικά, η κρίσιμη λέξη «κόσμιος»; Παραθέτω περικοπή από τη Διατριβή Α΄ του Επίκτητου: "Αν αληθεύουν όσα λένε οι φιλόσοφοι για τη συγγένεια ανάμεσα στο θεό και τους ανθρώπους, τι άλλο μένει στους ανθρώπους εκτός από αυτό που έλεγε ό Σωκράτης, δηλαδή, σ' όποιον ρωτάει από πού είσαι, ποτέ μη λες ότι είσαι Αθηναίος ή Κορίνθιος, αλλά πολίτης του κόσμου; Όποιος έχει κατανοήσει τη διαχείριση του κόσμου και έχει μάθει ότι « το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο και πλατύτερο απ' όλα είναι το σύστημα που αποτελείται από τους ανθρώπους και το θεό' κι από κείνον έχουν πέσει οι σπόροι της ύπαρξής όχι στο δικό μου πατέρα μόνο ούτε στον παππού μου, άλλα σε όλα όσα γεννιούνται και όσα φυτρώνουν στη γη, και πρώτα, βέβαια, στα έλλογα, επειδή μόνο αυτά, από τη φύση τους, έχουν επικοινωνία με το θεό, καθώς βρίσκονται σε στενή σχέση μαζί του μέσω της λογικής ικανότητάς τους", γιατί να μην πει τον εαυτό του πολίτη του κόσμου;"
        Τα ίδια πάνω-κάτω χρόνια που ο Επίκτητος, διακονώντας μια πολύτιμη πνευματική κληρονομιά που ωστόσο σπανίως σαρκωνόταν σε πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, δίδασκε τους ανθρώπους να φέρονται ως « κόσμιοι », ως κοσμοπολίτες ( βαρύτατα αδικημένη ή λέξη ετούτη από τον σύγχρονό μας «κοσμοπολιτισμό » της χλιδής και της έπαρσης, δεν διασώζει σχεδόν τίποτε από το διεθνιστικό ήθος που την ίδρυσε), ο Παύλος, στον Άρειο Πάγο, δανειζόταν ακριβώς αξίες της ελληνικής σκέψης για να πείσει τους στωικούς και επικούρειους ακροατές του. Ο Θεός «εποίησε εξ ενός αίματος πάν έθνος ανθρώπων» βεβαίωνε, κι αν δεν τον εμπόδιζε το εν τω βάθει ιουδαϊκό του φρόνημα ή οι θεολογικές του επιλογές, ίσως και να ενίσχυε το κήρυγμα του με τους στίχους ενός Σύρου, του Μελέαγρου του Γαδαρηνού, και να έλεγε λοιπόν ότι «Μία πατρίδα μοιραζόμαστε, τον κόσμο./ Το Χάος όλους μας εγέννησε».
     Και ο Παύλος βέβαια, και οι στωικοί και οι επικούρειοι, αλλά κι εμείς οι μεταγενέστεροι, γνωρίζουμε ότι δεν αρκεί το θεολογικό επιχείρημα για να δημιουργηθούν παγκόσμιες πολιτείες ισότιμων μελών, γνωρίζουμε πως οι θεοί (και οι θρησκείες) χωρίζουν τους ανθρώπους, τους υποτάσσουν και δεν τους απελευθερώνουν, κι ας ευαγγελίζονται την ευδοκία, την ειρήνη, το θρίαμβο της πνευματικής ζωής. Επιπλέον γνωρίζουμε πως υπάρχουν και κατώτεροι θεοί, και παιδιά κατώτερων παιδιών, άρα δεν αρκεί να επικαλούμαστε τη συγγένεια των ανθρώπων με το θείον ως τεκμήριο της καταστατικής ισότητάς τους, της ομοιότητάς τους. Τέτοια παιδιά, όλων των ηλικιών, είναι αναγκασμένα να ζουν (να ζουν;...) έχοντας στη διάθεσή τους ένα δολάριο την ημέρα' κι είναι πολλά αυτά τα παιδιά, σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης: 1.200.000.000 ψυχές πού μαστίζονται από την πείνα και τη δίψα, κι από ασθένειες που για μας ηχούν εξωτικές. Όλοι μαζί επιβιώνουν δαπανώντας καθημερινά ένα ποσόν που φτάνει-δεν φτάνει τον τζίρο των φετινών ποδοσφαιρικών μετεγγραφών στην Ισπανία και την Ιταλία.
    Ποιοι « κόσμιοι » λοιπόν, ποιοι « πολίτες του κόσμου » και ποια «οικουμενική συνείδηση»... Η φτώχεια, ναι, παγκοσμιοποιείται. Η καταφθορά του περιβάλλοντος ομοίως, εφόσον κάπως πρέπει να αποζημιωθούν οι υψηλοί χορηγοί των εναλλασσόμενων πλανηταρχών. Η εξάρτηση και η ανελευθερία επίσης, γιατί αλλιώς δεν είναι δυνατόν να επιβληθούν οι « νόμοι της αγοράς». Όσο για το «οικουμενικό πνεύμα», το πιο πιθανό είναι ότι ούτε στην ομάδα G8 πέφτουν σε βαθιά μελέτη για να διευκρινίσουν τι ακριβώς εννοούσε ο αφελής Επίκτητος, ούτε βέβαια στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ούτε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου κι όπου αλλού δρουν οι φημισμένοι «glοbal leaders». « Η παγκοσμιοποίηση», σημειώνει ο Ιγνάσιο Ραμονέ στο βιβλίο του "Γεωπολιτική του χάους" «ούτε αναπόφευκτα μοιραία είναι ούτε ένα " ατύχημα " της ιστορίας. Συνιστά μια μεγάλη πρόκληση, μια εν δυνάμει βαρβαρότητα που πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο, δηλαδή εν τέλει να εκπολιτιστεί. Γι΄ αυτό, λοιπόν, πολιτικά πρέπει να αντισταθούμε σε αυτή τη θολή διάλυση της ίδιας της πολιτικής μέσα στην υποταγή και την απελπισία».
     Με το δικό του ήθος πολιτισμού εξοπλισμένος, θα φτάσει ως τη Γένοβα, για να διαμαρτυρηθεί κατά της παγκοσμιοποίησης, ένας προπάππος του Επίκτητου, με το δισάκι του γεμάτο ειρωνεία. Κι αν τον ρωτήσει κανείς τον Κυνικό Διογένη πούθε κρατάει η αντάρτικη σκούφια του, θα ξαναπεί ό,τι και παλιά, όταν «ερωτηθείς πόθεν είη, κοσμοπολίτης έφη».
                                                          Παντελής Μπουκάλας, ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΙΙ
 
Α. 1. Να γράψετε στο τετράδιό σας την περίληψη του κειμένου που σας δόθηκε (80-100 λέξεις).                                                                Μονάδες 25
 
Β. 1. Να αναπτύξετε σε μια παράφραφο 100-120 λέξεων το νόημα της παρακάτω άποψης του συγγραφέα: " Η παγκοσμιοποίηση συνιστά μια μεγάλη πρόκληση, μια εν δυνάμει βαρβαρότητα που πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο, δηλαδή εν τέλει να εκπολιτιστεί "
                                                                                                      Μονάδες 10
 
Β2. α) Να βρείτε τα δομικά στοιχεία και τον τρόπο ανάπτυξης της τέταρτης παραγράφου του κειμένου                                                             
                                                                                                       Μονάδες 4
       β) Ποια συλλογιστική πορεία ακολουθεί η σκέψη του συγγραφέα σε ολόκληρο το κείμενο; Να δικαιολογήσετε την απάντησή σας.
                                                                                                        Μονάδες 4
Β. 3. α) Το κείμενο που σας δόθηκε είναι, κατά δήλωση του συγγραφέα, επιφυλλίδα. Ποια χαρακτηριστικά του δημοσιογραφικού αυτού είδους εντοπίζετε στο συγκεκριμένο κείμενο;
                                                                                                        Μονάδες 3
       β) Να αιτιολογήσετε τη χρήση των σημείων στίξης στις παρακάτω περιπτώσεις:
 εποίησε εξ ενός αίματος πάν έθνος ανθρώπων» (μονάδα 1)              "Γεωπολιτική του χάους"                                                 (μονάδα 1)
(να ζουν;...)                                                                      (μονάδες 2)
                                                                                                        Μονάδες 4
Β. 4. α) Να γράψετε ένα συνώνυμο για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου: κρίσιμη, έπαρσης, μαστίζονται, ευαγγελίζονται, κατώτεροι
                                                                                                        Μονάδες 5
        β) Να γράψετε ένα αντώνυμο για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου: έλλογα, χλιδής, έπαρσης, ενίσχυε, εξάρτηση
                                                                                                        Μονάδες 5
 
Γ.1. Από το 2001 και τους χιλιάδες οργισμένους διαδηλωτές κατά της παγκοσμιοποίησης που είχαν συρρεύσει στη Γένοβα, έχουν μεσολαβήσει πολλά γεγονότα. Ωστόσο, η κοινή γνώμη εξακολουθεί να είναι εχθρική προς τη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση σε όλες τις εκφάνσεις της. Ποια φαινόμενα /προβλήματα συντηρούν και μεγεθύνουν αυτή την εχθρότητα απέναντι στην παγκοσμιοποίηση; Με ποια εφόδια πιστεύετε ότι πρέπει να είναι εξοπλισμένη μια "περιφερειακή" χώρα, όπως η Ελλάδα , προκειμένου να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις και τους κινδύνους της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας; (ή ... Πώς οραματίζεται η γενιά των σημερινών νέων το μέλλον της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, προκειμένου αυτή να ανταποκρίνεται στις αρχές και τα ιδανικά της ; )
 
Το κείμενό σας, που δεν πρέπει να ξεπερνά τις 600 λέξεις, θα δημοσιευτεί στην ιστοσελίδα του σχολείου σας
                                                                                                      Μονάδες 40

Πέμπτη, 16 Μαΐου 2013

ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

                                                      ΚΕΙΜΕΝΟ              

ΣΗΜΑΣΙΑ -ΑΞΙΑ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΓΛΩΣΣΙΚΗ    ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ

γλώσσα είναι μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού, αφού χάρη σ’ αυτή ο άνθρωπος ανέπτυξε τον λόγο που αποτελεί τη βάση του πολιτισμού.
-Τα όρια του κόσμου μου είναι τα όρια της γλώσσας μου, κατά τον Wittgenstein. Αυτό σημαίνει, γνωρίζω τον κόσμο όσο μου επιτρέπουν οι γλωσσι­κές μου ικανότητες* επικοινωνώ με τον κόσμο και τα πράγματα στον βαθμό που έχω τις γλωσσικές προϋποθέσεις. Οι δυνατότητες της διάνοιας του αν­θρώπου εξαρτώνται από το επίπεδο της γλώσσας που είναι σε θέση να μετα­χειρίζεται. Γιατί ο άνθρωπος του οποίου οι γλωσσικές δυνατότητες είναι πε­ριορισμένες δεν μπορεί ούτε να εκφράσει αυτό που σκέπτεται ούτε να σκεφθεί ολοκληρωμένα. Αναγκαστικά, βρίσκεται εγκλωβισμένος μέσα σε ένα στενό και ασφυκτικό γλωσσικό πλαίσιο που δεν του δίνει τη δυνατότητα να σκεφθεί ολόπλευρα και σε βάθος. Η απαιτητική, ποιοτική και αποτελε­σματική επικοινωνία είναι ζήτημα που σχετίζεται με τη γλωσσική υποδομή του καθενός. Η γλωσσική καλλιέργεια υπηρετεί και στηρίζει άμεσα και απο­τελεσματικά την ανάπτυξη της σκέψης και των πνευματικών δεξιοτήτων του ανθρώπου, ενώ «η σκέψη η απογυμνωμένη σε γνώση γίνεται ουδέτερη και χρησιμοποιείται ως απλό προσόν στις ειδικές αγορές εργασίας αυξάνοντας την εμπορική αξία της προσωπικότητας»[1]
Η πνευματική απελευθέρωση του ατόμου, συνεπώς, σχετίζεται άμεσα με τις γλωσσικές δεξιότητες που έχει αναπτύξει, ενώ το γλωσσικό υπόβαθρο του καθενός, ατόμου ή λαού, σηματοδοτεί την πνευματική του εμβέλεια. «Οι γλώσσες», επισημαίνει ο καθηγητής Χρίστος Τσολάκης (1995), «είναι τα μπόγια των λαών. Ψηλώνουν με το ψήλωμα και συρρικνώνονται με τη συρρίκνωση των σκέψεων και των πολιτισμών των ανθρώπων. Δεν είναι δυνατόν οι πολιτισμοί και οι σκέψεις να προάγονται και οι γλώσσες να φθί­νουν. Αυτό και το αντίστροφό του αποκλείονται. Στην τεχνολογία οι λαοί, στην τεχνολογία και οι γλώσσες, στην ποίηση οι λαοί, στην ποίηση και οι γλώσσες».
- Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς για παιδεία και εκπαί­δευση χωρίς να αναφερθεί στη γλώσσα, που είναι φορέας μορφωτικών αγα­θών και στην οποία στηρίζεται το εκπαιδευτικό σύστημα. Το επίπεδο της γλωσσικής καλλιέργειας επηρεάζει κατ’ ανάγκη το επίπεδο της παιδείας και της εκπαίδευσης, δεδομένου ότι οι δύο αυτές μορφωτικές διαδικασίες στηρί­ζονται κατά βάση στον διάλογο, και ο διάλογος στον λόγο, η ποιότητα του οποίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη γλωσσική κατάρτιση του καθενός. Αφού, λοιπόν, από τη γλώσσα εξαρτάται η παιδεία και η εκπαίδευση και αφού η παιδεία είναι ένα κοινωνικό αγαθό και ταυτόχρονα δικαίωμα του πολίτη, εξυπακούεται ότι η γλωσσική καλλιέργεια είναι κοινωνικό αγαθό, όρος απαραίτητος τόσο για την πολιτική, κοινωνική, ηθική, αισθητική δια­παιδαγώγηση του πολίτη όσο και για την επιστημονική και επαγγελματική του κατάρτιση.
ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ και ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
Γι΄ αυτό, το εκπαιδευτικό σύστημα, σε όλες του τις βαθμίδες, θα πρέπει να προτάσσει μεταξύ των βασικών του στόχων την εξασφάλιση των κατάλ­ληλων προϋποθέσεων για την ανάπτυξη των γλωσσικών ικανοτήτων των μαθητών. Αν ο μαθητής δεν έχει γλωσσική αυτάρκεια, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε εκπαιδευτικές διαδικασίες σύνθετες, ώστε να συμμετέχει ενεργά στη μαθησιακή διαδικασία και να αναπτύξει την κρίση του, που είναι το ζη­τούμενο. Μέχρι να αποκτήσει γλωσσική, και ως εκ τούτου διανοητική, αυτάρκεια, θα εξαρτάται από την αποστήθιση, που δυστυχώς τις τελευταίες δεκαετίες έχει αποβεί η μάστιγα του εκπαιδευτικού μας συστήματος και η οποία ενισχύεται σταθερά και από το εξεταστικό μας σύστημα.
Επομένως, η γλώσσα είναι δύναμη παιδευτική, αν καλλιεργείται σωστά και μεθοδικά στη σχολική πράξη. Γιατί γυμνάζει τη σκέψη, διαμορφώνει το πνεύμα και το φρόνημα, καλλιεργεί το συναίσθημα, αποδεσμεύει τις δυνά­μεις της ψυχής, μας φέρνει σε επαφή με την επιστήμη, την τέχνη, την πολι­τισμική μας κληρονομιά, με τον άνθρωπο του χθες και τον άνθρωπο του σή­μερα, βοηθά τον νέο να δώσει μορφή στις ιδέες και στα οράματά του. Χωρίς υψηλή γλωσσική παιδεία ο νους ατροφεί και περνά στην κατάσταση της πνευματικής υπανάπτυξης. Αν τα σχολικά προγράμματα δεν δώσουν προτε­ραιότητα στη διδασκαλία της γλώσσας, τότε σίγουρα η παιδεία μας θα είναι ελλειμματική, αδύναμη να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες. Σκεπτό­μαστε με λέξεις, επικοινωνούμε με αυτές, υπάρχουμε με άλλα λόγια χάρη σ’ αυτές (cogito, ergo sum) συνεπώς, όσο καλύτερα είμαστε ασκημένοι στη χρήση της γλώσσας, τόσο αποδοτικότερα την χρησιμοποιούμε . Η ανάπτυξη των γλωσσικών δεξιοτήτων και της γλωσσικής ετοιμότητας προϋποθέτει γλωσσικά βιώματα που τα παρέχει η γλωσσική κοινότητα αλλά, κυρίως, η σωστή διδασκαλία και άσκηση.
Εκτός αυτού, πρέπει να προσθέσουμε ότι η γλώσσα είναι το μέσο μετά­δοσης γνώσεων, ιδεών και συμπεριφορών. Δεν είναι δυνατή η διδασκαλία και η μάθηση στο σχολείο χωρίς τη γλώσσα. Επομένως, όσο πιο ευρύς είναι ο γλωσσικός κώδικας του μαθητή, τόσο πιο εύκολα συμμετέχει στη μαθησι­ακή διαδικασία. Οι μαθησιακές δυσκολίες και η σχολική αποτυχία οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην ανεπαρκή γλωσσική παιδεία των μαθητών, αφού ούτε να κατανοήσουν σε βάθος μπορούν κάτι που ακούνε ούτε και να το α­ποδώσουν λεκτικά. Από τον τρόπο που μεταχειρίζονται τη γλώσσα εξαρτάται, κυρίως, η σχολική επίδοση και η απόδοσή τους σε όλα τα μαθήματα, αφού η πρόσληψη της γνώσης έχει άμεση σχέση με τις γλωσσικές τους δυ­νατότητες, στις οποίες οφείλεται εν πολλοίς η αντιληπτική ικανότητα και η δεκτικότητά τους.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ
Και εδώ ο ρόλος του σχολείου στην καλλιέργεια της γλωσσικής παιδείας δεν πρέπει να αγνοηθεί. Μέσα από όλα τα διδασκόμενα μαθήματα ο μαθη­τής θα μάθει να προσεγγίζει διάφορες πλευρές της γλώσσας: Τη γλώσσα λ.χ. των Μαθηματικών, της Φυσικής, της Χημείας, της Ιστορίας, της Κοινωνιολογίας, της Λογοτεχνίας, της Ψυχολογίας, της Βιολογίας κ.λπ. Έτσι, μέσα στο σχολείο διευρύνεται ο γλωσσικός κώδικας του μαθητή, ώστε να μπορεί να εκφράζεται και να κατανοεί με μεγαλύτερη άνεση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η γλώσσα παύει να είναι εμπόδιο κατά τη μαθησιακή διαδικασία και γίνεται μέσον μάθησης που οδηγεί σε μια εκπαίδευση με αξιώσεις και ευοίωνες προοπτικές.
ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ και ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Η σωστή γλωσσική παιδεία που θα προσφέρει το σχολείο εγγυάται και τη διαφύλαξη της γλωσσικής μας ταυτότητας και κληρονομιάς. Οι γλώσσες, όπως είναι γνωστό, φθείρονται και απειλούνται. Ας μην ξεχνούμε πως 5.000 περίπου διάλεκτοι εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα λόγω της αποικιοκρατίας. Ο κίνδυνος αυτός είναι ορατός ιδιαίτερα σήμερα εξαιτί­ας της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας που απειλεί τις λιγότερο διαδεδομέ­νες γλώσσες. Εκτός αυτού, υπάρχει ακόμη ένας κίνδυνος που δημιουργείται με την κακομεταχείριση και στρέβλωση των λέξεων, γεγονός που συμβαίνει, όταν οι ποικιλώνυμες εξουσίες, μικρές ή μεγάλες, θέλουν να υπηρετήσουν ανομολόγητες σκοπιμότητες ή να προπαγανδίσουν. Ας θυμηθούμε εδώ τα κεφάλαια του Γ' Βιβλίου της Ιστορίας του Θουκυδίδη, όπου παρουσιάζεται η παθολογία του πολέμου και μεταξύ άλλων αναφέρεται και η συνειδητή στρέβλωση και κακοποίηση της γλώσσας: (Θουκ. 3.82.4) (= και τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων την άλλαξαν για να δικαιολογήσουν τα έργα τους.). Η γλωσσική παιδεία είναι αυτή που θα προσφέρει τις κα­τάλληλες αντιστάσεις για την προστασία της γλώσσας αλλά και της Δημοκρατίας.
Με τη γλώσσα ενός λαού συνυφαίνονται και οι αξίες στις οποίες στηρίζε­ται ο πολιτισμός του. Σήμερα που ο οικονομικός ανταγωνισμός απογυμνώ­νει την ψυχή του ανθρώπου από τις ανώτερες αξίες, προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη «να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται» κατά πως λέει ο Σεφέρης . Μια ιδεολογία κοινών αξιών που συγκροτούν την πολιτισμική και πολιτιστική παράδοση και που αποβλέπουν στη διαμόρφω­ση ενός ηθικού χαρακτήρα και μιας πνευματικά ολοκληρωμένης προσωπι­κότητας.
Επομένως, η γλωσσική μας παιδεία συνυφαίνεται με την ανθρωπιστική μας παιδεία. Μέσα από τη διδασκαλία της γλώσσας διδάσκουμε και έναν κώδικα αξιών που στήριξαν και στηρίζουν τον πολιτισμό μας, αφού η διδα­σκαλία της γλώσσας μάς φέρνει σε επαφή με κείμενα διαχρονικά, που απο­τελούν τη βάση του σημερινού πολιτισμού. Άρα, τα προγράμματα σπουδών δεν πρέπει να αγνοούν τις βασικές αυτές αλήθειες.
Μάλιστα, ένα από τα φλέγοντα ζητήματα της σύγχρονης εκπαίδευσης εί­ναι εκείνο που σχετίζεται με την αναζήτηση και εύρεση της χρυσής τομής, που θα επιτρέπει την ανταπόκριση του αναλυτικού προγράμματος αφενός στις απαιτήσεις μιας ολοένα μεταβαλλόμενης και ποικιλόμορφης ως προς την πολιτισμική της φυσιογνωμία κοινωνίας και αφετέρου στην ανάγκη για παράλληλη ενίσχυση της ταυτότητας -πολιτισμικής και γλωσσικής.
ΤΙ ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ
Χρειαζόμαστε προγράμματα σπουδών που θα καλλιεργούν τη δημοκρα­τική συνείδηση και την κοινωνική ευθύνη, τον σεβασμό των δικαιωμάτων του άλλου, την πίστη στην ειρήνη και τη συνεργασία, το δικαίωμα στη δια­φωνία, τον σεβασμό της πολυφωνίας, την εμπέδωση των αξιών, την απαλ­λαγή από επικίνδυνους -ισμούς (εθνικισμό, ρατσισμό κ.τ.ά), από ιδεοληψίες και προκαταλήψεις . Χρειαζόμαστε προγράμματα που θα ενισχύουν τον υ­γιή ανταγωνισμό και τη δημιουργική άμιλλα και, πάνω απ’ όλα, την πίστη στην ελευθερία και στα δικαιώματα του ατόμου και των λαών. Προγράμμα­τα που θα κεντρίζουν το πνεύμα και τον λόγο και θα πλουτίζουν τη φαντα­σία, θα στοχεύουν στην ενδυνάμωση της γλωσσικής παιδείας.
Επίσης, προγράμματα σπουδών που θα στηρίζονται στη διαπολιτισμική εκπαίδευση, στον σεβασμό της υπαρκτής ετερότητας, στον πολιτισμικό ε­μπλουτισμό μέσω πολιτισμικών ανταλλαγών, στον σεβασμό και στην απο­δοχή του μορφωτικού κεφαλαίου που φέρουν μαζί τους οι αλλοδαποί μαθη­τές, ανεξάρτητα από κοινωνική, φυλετική ή εθνοτική προέλευση.
Η ενίσχυση της εθνικής και γλωσσικής ταυτότητας, όχι μόνον δεν αναιρεί αλλά εν τέλει προάγει τον παιδαγωγικό στόχο του σεβασμού της ετερότητας και μάλιστα υπηρετεί τη βασική παιδαγωγική αρχή της ασφάλειας που θα επιτρέπει στον σύγχρονο νέο να μην αισθάνεται ως κάλαμος υπό ανέμου σαλευόμενος -όπως λέει ο εκκλησιαστικός μελωδός- μέσα σε έναν κόσμο ρευστό και άγνωστο που εν πολλοίς μάχεται τη συλλογική μνήμη.
Η προβολή μάλιστα των ποιοτικών στοιχείων της βαθύτατα ανθρωπιστι­κής ελληνικής παράδοσης, αρχαίας και νέας, η οποία αντιμετώπιζε πάντοτε με δεκτικότητα, προσαρμοστικότητα και διάθεση αφομοιωτική το διαφορε­τικό, αποτελεί εγγύηση για την αρμονική συνύπαρξη όλων των μαθητών α­νεξάρτητα από τη χώρα προέλευσης, τη γλώσσα ή το θρήσκευμά τους.
Η ανάδειξη της διαχρονικότητας και της ποιότητας της ελληνικής γλωσ­σικής παράδοσης δεν οδηγεί, όπως κάποιοι ισχυρίζονται, σε περιχαράκωση μέσα σε στενά εθνικά πλαίσια, αλλά σε διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων των μαθητών, δεδομένου ότι η ελληνική γλώσσα με το ιστορικό βάθος και τον πλούτο της είναι στην πραγματικότητα μια γλώσσα οικουμενική με έντονη παρουσία στη διεθνή ορολογία των τεχνών, των επιστημών και πρό­σφατα της σύγχρονης τεχνολογίας.
Η ενίσχυση της πολιτισμικής και γλωσσικής ταυτότητας μπορεί να αποτελέσει ενοποιητικό στοιχείο, στο πλαίσιο μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, πολύ ισχυρότερο και πολύ πειστικότερο από γενικόλογες επιταγές προς τους μαθητές για σεβασμό προς την ετερότητα, οι οποίες εξαντλούνται κάποτε στο πλαίσιο αυτού που θα ονομάζαμε σήμερα «πολιτικώς ορθόν». Εξάλλου το σύγχρονο εκπαιδευτικό αίτημα για κατάκτηση συλλογικότητας (πνεύμα­τος συνεργασίας και αλληλοκατανόησης) υπηρετείται με ασφαλή τρόπο από τις ανθρωπιστικές αξίες του συνειδητού σεβασμού του άλλου και προσεγγί­ζεται αποτελεσματικότερα μέσα από την ιστορική και γλωσσική μνήμη.
Υπάρχουν πολλοί, ακόμη και σήμερα, που έχοντας παραδοθεί άνευ όρων στο πνεύμα ενός άκριτου εκσυγχρονισμού, διαπράττουν το λάθος να υπο­στηρίζουν ότι η εκπαίδευση για να ανταποκριθεί στα αιτήματα των καιρών οφείλει να απομακρυνθεί από το βαρύ ιστορικό της φορτίο, να απαλλαγεί, δηλαδή από τις μεγάλες πέτρες, όπως θα έλεγε ποιητικά ο Σεφέρης, να απο­μακρυνθεί από τα κλασικά γράμματα και να υποταχθεί στις επιταγές ενός μονόπλευρου τεχνοκρατικού προσανατολισμού που δήθεν αποτελεί τη μο­ναδική εγγύηση προόδου.
Πρόκειται για την αντίληψη η οποία στη θέση της γνώσης τοποθετεί την πληροφόρηση, στη θέση του δασκάλου τον εκπαιδευτή, στη θέση της παι­δείας την κατάρτιση. Η ίδια αυτή αντίληψη αποστρέφεται τη μνήμη και τις ποιότητες που αυτή απέσταξε από τον χρόνο και ευαγγελίζεται στο επίπεδο των γλωσσικών της επιλογών μια συγχρονία που μετατρέπει τη γλώσσα από εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών, όπως θα δούμε παρακάτω να λέει ο Ελύτης, σε ένα ομογενοποιημένο ψυχρό και άχρωμο όργανο επικοινωνίας.
Η διαφύλαξη της γλωσσικής μας παράδοσης σήμερα και η ανάδειξη της ομορφιάς και του πλούτου της, η μύηση των μαθητών μας στα μυστικά της γοητείας και της εκφραστικής της δύναμης όχι μόνο δεν συνιστά συντηρητι­κή στροφή της εκπαίδευσης, αλλά αποτελεί μια κατ’ ουσίαν δημοκρατική εκπαιδευτική πρόταση προσφοράς στο σύνολο των παιδιών που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία, προσφοράς ενός μορφωτικού αγαθού του οποίου η αξία υπερβαίνει τα εθνικά όρια. Εξ άλλου οφείλουμε σήμερα να λάβουμε υπόψη ότι η ορθή χρήση της τεχνολογίας προϋποθέτει την ενθάρρυνση ενός πολιτισμού της γραφής που θα επιτρέπει στους νέους να κινούνται στις λεωφόρους του διαδικτύου όχι ως κεχηνότες επισκέπτες, αλλά ως σκεπτόμενα άτομα ικανά να διατυπώνουν γραπτώς στο βήμα της παγκόσμιας αγοράς -χρησιμοποιούμε τη λέξη με την αρχαιοελληνική της σημασία- την άποψή τους για τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου.
Και είναι γεγονός ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές, δηλ. η σπουδή του αν­θρώπου στην καθολικότητα της ιστορικής ύπαρξής του «είναι οι μόνες που αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο ως ελεύθερο δρώντα και μόνο αυτές είναι ικα­νές να προτείνουν στην ανθρωπότητα πρότυπα για μια ζωή με νόημα». Και αυτό γιατί μόνο «η κλασική παιδεία δεν μπορεί να διαμορφώσει θεατές χωρίς πνευματικά ενδιαφέροντα ή καταναλωτές διατεθειμένους να συνεργα­στούν με κάθε τρόπο για τη γοητευτική βασιλεία του εμπορεύματος»[2].
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο πρακτικισμός και ηωφελιμοθηρία που χαρακτήριζε το πνεύμα της αμερικάνικης εκπαίδευσης τις τελευταίες δεκα­ετίες του 20ού αιώνα, σε συνδυασμό με τον επαγγελματισμό και την επικρατήσασα εκπαιδευτική «φιλοσοφία» ότι το σχολείο πρέπει να συνδέεται άμε­σα με την παραγωγή και τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας οδήγησαν σε αδιέξοδα το όλο εκπαιδευτικό σύστημα της υπερδύναμης
Κατά τον Th. Sizer, η γενική θεωρητική κατάρτιση [τα λεγάμενα «aca­demies», δηλαδή γλώσσα και ανθρωπιστική μόρφωση, γνώση μαθηματικών κλπ.] πρέπει να είναι κύρια σπουδή για όλους τους μαθητές. Δεν πρέπει να υπάρχει μαθη­τής που να τελειώνει το σχολείο με καθαρώς επαγγελματική μόρφωση. Η πνευμα­τική κατάρτιση [intellectual education] είναι δικαίωμα και ανάγκη όλων των πο­λιτών[3].
Επομένως, και με τις σημερινές ραγδαίες εξελίξεις και αναθεωρήσεις στον τομέα των γνώσεων, ένα είναι βέβαιο: ότι η εκπαίδευση πρέπει να εφοδιάζει τους νέους με γνώσεις και πνευματική καλλιέργεια, που να τους εξασφαλίζουν τη δυνατότητα μιας ευέλικτης προσαρμογής στη γνωστική και ε­παγγελματική τους κατάρτιση, και μιας γνήσιας δημιουργικότητας στη σκέψη τους, παρά να επιμένει σε άκαμπτα γνωστικά πρότυπα ή πνευματικά και ιδεολογικά δόγματα[4].
Βασικός στόχος της εκπαίδευσης είναι να διδάξει τους μαθητές πώς να χρησιμοποιούν το μυαλό τους λέει ο Sizer. Οι εξειδικευμένες και πρακτικές γνώσεις που παρέχουν τα σχολεία δεν πρέπει να είναι εις βάρος της καλλιέργειας της νοητικής δυνάμεως των μαθητών. Χωρίς να ακυρώνουμε τη μεγάλη σημασία της επαγγελματικής-τεχνικής εκπαίδευσης σε επίπεδο δευτεροβάθμιου σχολείου, αίτημα των καιρών είναι το σχολείο της πνευματικής καλλιέργειας, της ου­σιαστικής γνώσης και της ανθρωπιστικής - δημοκρατικής αγωγής των μαθητών.
Και όμως πολλά από αυτά τα σύγχρονα εκπαιδευτικά αιτήματα, τα είχε ήδη η ανθρωπιστική παιδεία κατακτήσει.
Χίλιες φωνές σήμερα συνηγορούν υπέρ της επικαιρότητας της σωκρατικής αρετής αναγνωρίζοντας ότι το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να αναλάβει ενεργό ρόλο στην ηθική και πολιτική αγωγή και σε ζητήματα συμπεριφοράς των μαθητών, συμπληρώνοντας τον ρόλο της οικογένειας. Μαζί με άλλα θεσμικά όργανα πρέπει να συμβάλει στην προβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην ανάπτυξη δημοκρα­τικής συμπεριφοράς και στην αναγνώριση των ανθρωπιστικών αξιών που έχουν σή­μερα καταστεί αναγκαίες περισσότερο παρά ποτέ άλλοτε: δηλ. τον σεβασμό της αν­θρώπινης αξιοπρέπειας, την κατανόηση, τον διάλογο, τη συμπαράσταση και την αμοιβαία υποστήριξη.
Αξίζει, επίσης, να επισημάνουμε ότι η αξία ενός λαού και η αξία μιας γλώσσας δεν μετριέται με το πόσοι τη μιλάνε, αλλά από το κατά πόσο είναι πολιτισμικά μεγάλη, πόσες εκφραστικές, δηλωτικές και επιστημονικές δυνα­τότητες έχει. Η Ελληνική είναι η μόνη ευρωπαϊκή γλώσσα που γράφεται επί 3500 χρόνια και μάλιστα 2400 χρόνια με την ίδια ορθογραφία! Είναι χαρα­κτηριστικό ότι στο πρόγραμμα «Ίβυκος» αποθησαυρίστηκαν 3.800 συγγρα­φείς, 12.000 συγγράμματα και 99 εκατομμύρια λέξεις της γλώσσας μας[5]. Μάλιστα, κάποιοι υποστηρίζουν ότι οι Η/Υ προχωρημένης τεχνολογίας δέ­χονται ως 'νοηματική' γλώσσα μόνον την Ελληνική, ενώ τις άλλες γλώσσες χαρακτηρίζουν ως «σημειολογικές».
Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι δύο κορυφαίοι ποιητές μας, ο Σεφέρης το 1963 και ο Ελύτης το 1979, στην ομιλία τους κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ συναντώνται ακριβώς στο σημείο που ισορροπεί τη δικαι­ολογημένη περηφάνια για το ιστορικό βάθος της γλώσσας μας και του πολι­τισμού μας με τη σεμνή αναφορά στη μικρή χώρα που κληρονόμησε τον α­νεκτίμητο αυτό πλούτο.
Αναφέρει ο Σεφέρης, το 1963: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χω­ρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες.»[6]
Και ο Ελύτης το 1979: «Μου δόθηκε, αγαπητοί μου φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνο από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρό­νια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενι­κά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικό-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου... Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως να αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθι­κών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Δεν πρέπει να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος 25 αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας αιώνας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην Ελληνική γλώσσα. Να το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα Ελληνική ποίηση[7]».
Αναγνωρίζουμε άραγε σήμερα αυτό ακριβώς το υψηλό ήθος στα λόγια των δύο μεγάλων ποιητών μας; Βλέπουμε την παιδευτική αξία που έχει η συνομιλία του νεοελληνικού ποιητικού λόγου με το ιστορικό βάθος της γλώσσας μας, ή μήπως μεταμοντέρνες περί «πολιτικώς ορθού» απόψεις κα­λύπτουν με τον θόρυβο που προκαλούν, τη φωνή αυτών που με το έργο τους υπηρέτησαν όχι μόνον τον τόπο τους αλλά τον πολιτισμό και τον άνθρωπο;
Αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικό είναι για το μέλλον του ανθρώπινου πολιτισμού να διαφυλάσσουν μέσω της παιδείας τους μικρά κράτη, όπως η Ελλάδα, τον πνευματικό τους πλούτο και να το κάνουν όχι με το πάθος ενός φιλάργυρου, ούτε με την αλαζονική έπαρση του ανώτερου αλλά με τη γεν­ναιοδωρία αυτού που εκ περισσεύματος καρδίας προσφέρει αυτό ακριβώς που διαθέτει, εκείνα δηλαδή τα πνευματικά αγαθά που συναδελφώνουν πραγματικά τους ανθρώπους;
Μήπως ήρθε η στιγμή, η παιδεία και ο πολιτισμός να αποτελέσουν τη βάση κάθε σχεδιασμού που θα αφορά το μέλλον κάθε τόπου;  Κατά τον Αλέξανδρο Δελμούζο[8], αν θέλουμε να δημιουργήσουμε ορθή νεοελληνική παιδεία, πρέπει να μελετήσουμε τη νεοελληνική πραγματικότη­τα και να στηρίξουμε την παιδεία απάνω της, την «παιδεία που θέλει να κά­μει το άτομο ικανό να ζήσει άνετα και δημιουργικά στον τόπο του και να εργαστεί για τον πολιτισμό του». Όχι τον οποιονδήποτε πολιτισμό αλλά έ­ναν ορισμένο πολιτισμό με τη γλώσσα του, την επιστήμη, την τέχνη του, τη θρησκεία, τα τεχνικά μέσα, τα ήθη και τα έθιμά του. Και όλα αυτά να στηρί­ζονται σε μια αγωγή που βασικό της γνώρισμα θα είναι το «εθνικό χρώμα», αφού τα στοιχεία που κλείνει μέσα της η ψυχή του κάθε ατόμου και απάνω τους θα στηριχθεί η παιδεία για να εκτελέσει το έργο της «είναι γέννημα και θρέμμα της εθνικής ομάδας και του πολιτισμού της». Τις περισσότερες αξίες του πολιτισμού που δίνουν τροφή, περιεχόμενο και μορφή στις λειτουργίες της ψυχής, που μ’ αυτές ανασταίνεται και πλουτίζει ολόκληρος ο ψυχικός κόσμος του ατόμου, ή τις έχει δημιουργήσει το εθνικό σύνολο ή τις έχει αφομοιώσει και ποτίσει με τη δική του ψυχή, με το δικό του χαρακτήρα»-.
   Σ. Γκλαβάς Αναπληρωτής Πρόεδρος ταυ Παιδαγωγικού Ινστιτούτου,
Πρακτικά διημερίδων, Αθήνα, Ίδρυμα Ευγενίδου, 20-21 Μαρτίου 2008 & Θεσσαλονίκη, Πολυτεχνική Σχολή ΑΠΘ, 17-18 Απριλίου 2008, 33-47
 


[1] Χορκχάϊμερ, Μ., Αντόρνο, Τ. 1986, Διαλχκτική του διαφωτισμού (μτφρ. Ζ. Ζαρίκας), Αθή­να, Ύψιλον, σ. 226.
[2]  Μισεά, Ζ.Κ. 2002, Η εκπαίδευση της αμάθειας (μτφρ. Α. Ελεφάντη), Αθήνα, Βιβλιόραμα, σ. 29.
[3]  Sizer Th. Lessons from the Trenches, U.S. News and Word Report, Febr. 1990, σσ. 50-53
[4] Μπαμπινιώτης Γ., ό.π., σσ. 34-35
 
[6]  Σεφέρης, Γ., Ομιλία στη Στοκχόλμη, Δοκιμές Β', Ίκαρος, σ. 159 (από την ομιλία κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ, 1963)
[7] Ελύτης, Οδ., Λόγος στην Ακαδημία της Στοκχόλμης, Εν λευκώ, Ίκαρος, σσ. 325-327.
[8] Παπανούτσος Ευάγγ. 1978, Α. Δελμούζος, Αθήνα, ΜΙΕΤ, σσ. 16-17.

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ


 
Two women running on the beach , P.Picasso ( wikipaintings)
 
Η ισότητα λόγω φύλου αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Τα δικαιώματα των γυναικών είναι ανθρώπινα δικαιώματα. Η πολιτική για την ισότητα πρέπει να διαποτίζει το σύνολο των πολιτικών. Αυτή είναι η επίσημη θέση. Ο 20ός αιώνας σημαδεύτηκε θετικά από τους αγώνες για την ισότητα των γυναικών στις αναπτυγμένες χώρες. Η ισότητα ανδρών και γυναικών περιβλήθηκε με το κύρος της συνταγματικής διάταξης, όπως και η ίση αμοιβή για ίση εργασία, ενώ η αναγνώριση των πολιτικών δικαιωμάτων των γυναικών έγινε κανόνας, επιτρέποντας έτσι στις γυναίκες να γίνουν ορατή και υπολογίσιμη πολιτική δύναμη.

Χρειάστηκαν δεκαετίες έντονων γυναικείων αγώνων για να μπορέσουν οι Ελληνίδες να αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου.  Για πρώτη φορά ψήφισαν στις δημοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934. Εκλογικό δικαίωμα δεν δόθηκε σε όλες, αλλά μόνο σε όσες είχαν κλείσει τα 30 χρόνια και διέθεταν τουλάχιστον απολυτήριο Δημοτικού. Στους εκλογικούς καταλόγους της Αθήνας γράφτηκαν μόλις 2.655 κυρίες, από τις οποίες ψήφισαν τελικά μόνο 439

  Επίσης η προστασία της μητρότητας διαπέρασε το θεσμικό πλαίσιο, ιδιαίτερα την εργατική νομοθεσία.

Στη χώρα μας το Σύνταγμα του 1975, η κύρωση το 1983 της Σύμβασης του ΟΗΕ για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης σε βάρος των γυναικών (1979), η αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου /πχ. κατάργηση της προίκας (1983), που ανέδειξε τη γονική μέριμνα αντί της πατρικής εξουσίας, η νομιμοποίηση της άμβλωσης (1986), καθώς και η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των κοινοτικών οδηγιών κατήργησαν πολλές αναχρονιστικές διατάξεις και έπληξαν νοοτροπίες ταπεινωτικές για τις γυναίκες

Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΙΚΑΣ

Ο θεσμός της προίκας είναι ταπεινωτικός για τη γυναίκα και επιβεβαιώνει την εξάρτηση της από τον άντρα. Κι αυτό είναι αλήθεια. Γιατί ο αστικός κώδικας, ρυθμίζοντας την προίκα, δεν καθιερώνει απλώς υποχρέωση του πατέρα (κι ύστερα απ' αυτόν, της μητέρας) να εφοδιάσει την κόρη του με τα απαραίτητα περιουσιακά εφόδια, για να μην είναι εξαρτημέ­νη από την (καλή ή κακή) θέληση του άντρα. Προίκα, όπως λέει ο αστικός κώδι­κας, είναι η περιουσία (κινητά και ακίνητα) που δίνει η γυναίκα ή κάποιος άλλος (συνήθως ο πατέρας της) στον άντρα «προς ανακούφισιν των βαρών του γά­μου». Τα βάρη αυτά, σύμφωνα με μια άλλη διάταξη, είναι αποκλειστική υποχρέω­ση του άντρα.

Λοιπόν, αν δε γίνει ιδιαίτερη συμφωνία (και συνήθως δε γίνεται), ο άντρας αποκτάει την κυριότητα των μετρητών χρημάτων και των κινητών που δόθηκαν ως προίκα. Η γυναίκα δεν έχει κανένα ενεργό δικαίωμα πάνω σ' αυτά. θα έχει, αν λυθεί ο γάμος της, για να της επιστραφεί. Σ' όλη τη διάρκεια του γάμου η προίκα δεν είναι δική της περιουσία, αλλά περιουσία του άντρα. Αν πάλι δίνεται ως προίκα κάποιο ακίνητο (λ.χ. το διαμέρισμα που θα μείνει το ζευγάρι, ένα χωράφι η ένα οικόπεδο, κλπ.) τότε εφόσον δεν έγινε διαφορετική συμφωνία, με την οποία ο άντρας να γίνεται κύριος των προικώων, περιορίζεται στη διοίκηση και επικαρπία, και η γυναίκα αποκτάει τη λεγόμενη ψιλή κυριότητα, δηλαδή μια ιδιοκτησία που είναι απογυμνωμένη από κάθε άμεσο δικαίωμα και έχει φαλκιδευ­τεί στην απλή προσδοκία, αν κάποτε λυθεί ο γάμος, τότε να ενεργοποιηθεί. Σ' όλη τη διάρκεια του γάμου, ο άντρας αποφασίζει αν θα νοικιάσουν το προικώο ή θα το κρατήσουν για δική τους χρήση. Αυτός εισπράττει τα μισθώματα, αυτός τα εισοδήματα από τους συγκομιζόμενους καρπούς του χωραφιού. Αυτός κάνει τις αγωγές εναντίον των καταπατητών. Με δυο λόγια: Αυτός είναι ο αφέντης. Στη γυναίκα δεν πέφτει λόγος.

Γίνεται έτσι φανερό, ότι με το θεσμό της προίκας, η έννομη τάξη επιβεβαι­ώνει και συντηρεί τη μειονεκτική θέση της γυναίκας απέναντι στον άντρα. Απο­ξενωμένη από την περιουσία της και από τα αντίστοιχα εισοδήματα, η γυναίκα είναι υποχρεωμένη να σκύβει το κεφάλι σε κάθε καπρίτσιο του άντρα, ενώ, πα­ράλληλα, δεν έχει τα μέσα για να δοκιμάσει τις δικές της δυνάμεις μέσα στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, σαν να μην ήταν ισότιμη με τους άντρες, αλλά δεύτερης κατηγορίας ανθρωπάκι, κατάλληλη για τη λάτρα του σπιτι­ού, για την επίβλεψη των ανήσυχων παιδιών.                                                Κ. Ε. Μπέης

 
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ εκτιμά :

- ότι η εργασία για τις γυναίκες αποτελεί το θεμέλιο λίθο της αυτοδιάθεσης και του αυτοπροσδιορισμού τους

- ότι η ανεπιθύμητη συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα ή άλλη συμπεριφορά βασιζόμενη στη διαφορά φύλου που επηρεάζει την αξιοπρέπεια γυναικών και ανδρών κατά την εργασία, περιλαμβανόμενης της συμπεριφοράς ιεραρχικά ανωτέρων και ομοιοβάθμων, είναι απαράδεκτη και μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να είναι αντίθετη στην αρχή της ίσης μεταχείρισης κατά την έννοια των άρθρων 3, 4 και 5 της οδηγίας ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Φεβρουαρίου 1976 περί εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική κατάρτιση και προώθηση καθώς και τις συνθήκες εργασίας , άποψη που υποστηρίζεται από νομολογία σε ορισμένα κράτη μέλη - η συμβουλευτική επιτροπή ίσων ευκαιριών μεταξύ γυναικών και ανδρών, στη γνώμη της της 20ής Ιουνίου 1988, συνέστησε ομόφωνα ότι θα πρέπει να διατυπωθεί σύσταση και να συνταχθεί κώδικας συμπεριφοράς σχετικά με τις σεξουαλικού χαρακτήρα παρενοχλήσεις στο χώρο εργασίας που θα αφορούν τις παρενοχλήσεις αμφοτέρων των φύλων -

Κοινοτική οδηγία για τα θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων σχετικά με την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να ενταθούν οι ενέργειες που εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών σε θέματα πρόσβασης στην εργασία, αμοιβής, συνθηκών εργασίας, κοινωνικής προστασίας, παιδείας, επαγγελματικής εκπαίδευσης και σταδιοδρομίας.

Επίσης κοινοτική οδηγία του 1992 στοχεύει στη διασφάλιση της υγείας /ασφἀλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών γυναικών
 
            ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
- Η βία λόγω φύλου είναι μοχλός κοινωνικού ελέγχου των γυναικών και αντανακλά τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στα φύλα. Η βία υπονομεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών και βρίσκεται στον αντίποδα της ισότητας. Είναι πολύμορφη (φυσική, ψυχολογική, σεξουαλική), είναι παντού (στο σπίτι, στην εργασία, στην κοινωνία). Ο αγώνας για την εξάλειψή της είναι διαρκής προτεραιότητα.
Δυστυχώς , όμως και σήμερα, εξακολουθούν να παρατηρούνται φαινόμενα που καταδεικνύουν ότι, ακόμη και στο λεγόμενο αναπτυγμένο και πολιτισμένο κόσμο, οι ανδροκρατούμενες αντιλήψεις και νοοτροπίες δεν έχουν ξεπεραστεί με αποτέλεσμα πολλές γυναίκες, να πέφτουν θύματα ενδοοικογενειακής βίας, εκμετάλλευσης εμπορίου σάρκας ή σεξουαλικής παρενόχλησης ή σεξιστικών αντιλήψεων και στερεοτύπων που δύσκολα αποδομούνται. Σε πολλές χώρες, επίσης οι γυναίκες βιώνουν τις συνέπειες των θρησκευτικών παραδόσεων και των πολιτισμικών ιδιομορφιών.
- Κάθε λεπτό μία γυναίκα χάνει τη ζωή της λόγω επιπλοκών κατά τη διάρκεια της γέννας
- Τα 2/3 των αναλφάβητων ενηλίκων στον κόσμο είναι γυναίκες
- Μία στις τέσσερεις γυναίκες στον κόσμο δεν μπορεί να διαβάσει και να γράψει
- Σε κάθε προσφυγικό πληθυσμό τo 50% περίπου των προσφύγων είναι γυναίκες και κορίτσια
-Το 70% του πληθυσμού που ζει σε συνθήκες έσχατης φτώχειας είναι γυναίκες
-Τα 2/3 των αναλφάβητων ενηλίκων στον κόσμο είναι γυναίκες
-To 80% των προσφύγων είναι γυναίκες και παιδιά
- Οι γυναίκες καλλιεργούν το 80% των χωραφιών, ενώ κατέχουν μόλις το 1% της γης.
- Είδος βίας, ειδεχθής μορφή της και καλά οργανωμένη εστία του διεθνούς εγκλήματος είναι η εμπορία γυναικών και η καταναγκαστική πορνεία. Έχει αποκτήσει εκρηκτικές διαστάσεις, καθώς αξιοποιεί τη δυνατότητα για δικτύωση που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση και εκμεταλλεύεται τα μεταναστευτικά ρεύματα. Είναι λάθος να θεωρείται ότι η μετανάστευση προκαλεί την εμπορία, ενώ συμβαίνει το αντίθετο.
- Δημιουργήθηκε χάσμα μεταξύ νομικής (de jure) ισοτιμίας και πραγματικής (de facto) ισότητας. Ιδιαίτερα, η ανισότητα αυτή φαίνεται από τη μικρή συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια πολιτική ζωή και ιδίως στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Η υποαντιπροσώπευση των γυναικών στην πολιτική ζωή χαρακτηρίζει μέχρι σήμερα τη δημοκρατία και τους θεσμούς της και φυσικά συνιστά μια αναπηρία του πολιτικού συστήματος
- Οι γυναίκες και τα κορίτσια βιώνουν τη φτώχεια με πολύ διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι άντρες και τα αγόρια. Εκτός από την έλλειψη τροφής, καθαρού νερού, στέγης ή δουλειάς οι γυναίκες υποφέρουν λόγω του φύλου τους καθημερινά από αδικίες και διακρίσεις. Οι διακρίσεις αυτές οφείλονται στη φτώχεια αλλά και τη διαιωνίζουν δημιουργώντας για τις γυναίκες του αναπτυσσόμενου κόσμου έναν φαύλο κύκλο φτώχειας.
- Η ημέρα της γυναίκας γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 8 Μαρτίου. Η ημερομηνία επιλέχθηκε με αφορμή μια μεγάλη διαμαρτυρία γυναικών που έγινε στις 8 Μαρτίου 1857 στην Νέα Υόρκη των ΗΠΑ όπου εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας βγήκαν στους
δρόμους ζητώντας καλύτερες συνθήκες εργασίας
- Επιπρόσθετα, η ισότητα των δύο φύλων ακόμα δεν ανα­γνωρίζεται και οι γυναίκες κακοποιούνται με βάναυσο τρόπο, καθώς δε θεωρούνται αυτόνομα και αξιοσέβαστα όντα. Οι γυναίκες επίσης είναι τα αφανή θύματα της δεκαετίας του '90. Από την εποχή του Αριστοτέλη, ο οποίος βλέπει τη γυναίκα ως «άνδρα λειψό», ως τον Φρόιντ, ο οποίος επικεντρώνει τη γυναικεία σεξουαλικότητα στην επιθυμία του πέους που λείπει και από εκεί στην κλειτοριδεκτομή και στις μπούργκες των σύγχρονων μουσουλμανικών κοινωνιών η γυναίκα παραμένει εν πολλοίς ον δεύτερης κατηγορίας. Ακόμη και αν η Ιδρυτική Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών (1945) και η Παγκόσμια Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) κατοχύρωναν την ισότητα των δύο φύλων, παρά τις κατακτήσεις της γαλλικής, της αμερικανικής και της ρωσικής επανάστασης, η γυναίκα εξακολουθεί να υφίσταται σε ολόκληρο τον κόσμο καταπίεση - είτε αυτή εκφράζεται με τον λιθοβολισμό (στις αραβικές χώρες) είτε με το τράφικινγκ  (παγκοσμιοποιημένο δουλεμπόριο γυναικών) και τη σεξουαλική κακοποίηση. Κάθε χρόνο, σύμφωνα με έρευνες, περισσότερα από ένα εκατομμύριο βρέφη πεθαίνουν, επειδή γεννιούνται κορίτσια. Ως πρόσφυγες, οι γυναίκες συχνότερα από τους άνδρες υφί­στανται κατάφωρες παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους.